Τετάρτη 24 Ιουλίου 2024

Έτσου Ιναγκάκι Σουγκιμότο, Η κόρη του Σαμουράι, εκδ. Πηγή

 


 

Η αποικιοκρατία των Ευρωπαίων από τον 16ο αιώνα και μετά και η «εξαγωγή» του ευρωπαϊκού τρόπου ζωής  σε κάθε γωνιά του πλανήτη έκαναν πολλές εθνοτικές ομάδες στα πέρατα του κόσμο-Κινέζους, Αφρικανούς, Άραβες κ.α.-να ακροβατούν μεταξύ αυτού που αποκαλούμε δυτικού, ευρωπαϊκού τρόπου ζωής και των παραδοσιακών συνηθειών των γηγενών λαών πανταχόθεν.

 

Οι Ιάπωνες είναι ένας τέτοιος λαός, ο οποίος μάλιστα ταλαιπωρήθηκε πολύ από το δίλημμα «παράδοση ή εκσυγχρονισμός». Αυτό το δείχνουν ξεκάθαρα οι δύο περίοδοι της ιστορίας της που έρχονται σε άμεση αντίθεση μεταξύ τους, η περίοδος Έντο που κράτησε από το 1603 έως και το 1868, τότε που η Ιαπωνία είχε εξοβελίσει κάθε επιρροή δυτικού τύπου και η περίοδος των Μετζί, από το 1868 ως το 1912, οπότε και η Ιαπωνία «ανοίχτηκε» σε κάθε δυτική επιρροή.

 

Το ίδιο δίλημμα φαίνεται πως αντιμετωπίζουν στις μέρες μας πολλοί άνθρωποι από τις χώρες αυτές, κάτι που φαίνεται ολοκάθαρα με το ισλάμ, στο οποίο πολλοί μουσουλμάνοι ταλαντεύονται ανάμεσα στην υιοθέτηση της αυστηρής σαρίας και ενός πιο «δυτικού» και δίχως περιορισμούς τρόπου ζωής.

 

Η συγγραφέας του βιβλίου «Η κόρη του σαμουράι», η Ιάπωνας Έτσου Ιναγκάκι Σουγκιμότο είναι και αυτή μία γυναίκα που έχησε στο μεταίχμιο, στη χαραμάδα μεταξύ της Δύσης και της Ανατολής. Γεννημένη το 1874 στη Ναγκαόκα της βόρειας Ιαπωνίας- εκεί όπου ο ανατέλλων ήλιος δεν μπορεί να λιώσει το άφθονο χιόνι που πέφτει τους χειμώνες, σε αντίθεση με την υπόλοιπη χώρα-η Έτσου είναι η χαρακτηριστική περίπτωση ανθρώπου που μεγάλωσε με τον παραδοσιακό ιαπωνικό τρόπο ζωής και, στη συνέχεια, μυήθηκε στον δυτικό τρόπο ζωής. Αυτό έγινε επειδή παντρεύτηκε έναν Ιάπωνα  έμπορο ο οποίος ζούσε όμως στο Οχάιο των ΗΠΑ και κατά συνέπεια μετοίκησε στην Αμερική το 1898. Απέκτησε δύο κόρες και μετά από τον θάνατο του άνδρα της επέλεξε να γυρίσει στην Ιαπωνία. Αργότερα, όμως, μετακόμισε και πάλι στις ΗΠΑ λόγω των σπουδών των κοριτσιών της.

 

Η Σουγκιμότο δεν ήταν όμως κάποια τυχαία. Ως κόρη υψηλόβαθμου σαμουράι, ήταν μία γυναίκα που έζησε με τις παραδόσεις της χώρας της περισσότερο από άλλες. Έτσι, εκτός από την ταλάντευση που γνώρισε στη ζωή της μεταξύ Ανατολής και Δύσης, ακροβατούσε μια ζωή  και μεταξύ της παράδοσης και των νεωτερισμών. Κατά την περίοδο των Μετζί, οπότε και παρήκμασε η φεουδαρχία στην Ιαπωνία, κατέρρευσε και η κυρίαρχη ως τότε τάξη των σαμουράι.

 

Η Σουγκιμότο περιγράφει εξαίσια στο βιβλίο της αυτή την ακροβασία της μεταξύ των δύο διαφορετικών κόσμων, της Ανατολής και της Δύσης, της παράδοσης και της νεωτερικότητας. Δίνει ένα λεπτομερές πορτρέτο της ζωής στην Ιαπωνία, του φυσικού περιβάλλοντος,  των εθίμων και των συνηθειών, αλλά και των αλλαγών που συνεπαγόταν για τα πιστεύω της η μετοικεσία της στην Αμερική.

 

Ένα βιβλίο πιο επίκαιρο από ποτέ στην εποχή αυτή της παγκοσμιοποίησης που δανύουμε.

Τρίτη 23 Ιουλίου 2024

Ντάγκλας Σκέλτον, Ο όρμος των καταιγίδων, εκδ. Gema

 




Η αστυνομική λογοτεχνία θεωρείται ένα από το πιο δημοφιλή και το πιο ευπώλητα είδος λογοτεχνίας στις μέρες μας. Κι ενώ γύρω μας εκδίδεται πληθώρα αστυνομικών μυθιστορημάτων, η αλήθεια είναι ότι δεν πληρούν όλα αυτά που εκδίδονται τα κριτήρια ενός πραγματικά καλού αστυνομικού μυθιστορήματος, να έχει δηλαδή υπόθεση συναρπαστική και χωρίς «κενά», σφιχτή και καλοστημένη πρόζα, γλαφυρή και περιγραφική γλώσσα, αλλά και καλό μυστήριο σχετικά με το έγκλημα που εξιχνιάζεται- να μην ξεχάσουμε, φυσικά, και την καλή μετάφραση, εφόσον πρόκειται για έργο ξένου συγγραφέα.

 

Φαίνεται, όμως, πως το βιβλίο με τίτλο «Ο όρμος των καταιγίδων» τηρεί τις εν λόγω προαναφερθέντες προϋποθέσεις. Και δε θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, αφού ο συγγραφέας του βιβλίου αυτού είναι διάσημος όχι μόνο στην πατρίδα του τη Σκωτία, αλλά σε όλον τον κόσμο για τα αστυνομικά μυθιστορήματα που συγγράφει. Ο λόγος για τον Ντάγκλας Σκέλτον, έναν συγγραφέα ο οποίος στο εν λόγω βιβλίο καταφέρνει να πληρώσει όλους τους στόχους που θέσαμε προηγουμένως σχετικά με ό,τι αποτελεί σήμερα ένα επιτυχημένο βιβλίο. Συν τοις άλλοις, επειδή η υπόθεση στο παρόν πόνημα εκτυλίσσεται στη Σκωτία και, πιο συγκεκριμένα, σε ένα απομονωμένο νησί των Χάιλαντς, ο συγγραφέας πετυχαίνει αριστουργηματικά να κατασκευάσει στο βιβλίο του και την κατάλληλη υποβλητική ατμόσφαιρα του συννεφιασμένου σκωτσέζικου τοπίου, το οποίο θα μας θυμίσει, το δίχως άλλο, τις «Εβρίδες» του Φέλιξ Μέντελσον.

 

Στο νησί αυτό καταφτάνει η δημοσιογράφος Ρεμπέκα Κόνολι προκειμένου να κάνει ένα ρεπορτάζ σχετικά με μία άγρια δολοφονία μιας  νεαρής μητέρας, της Βάρι, η οποία δολοφονήθηκε με άγριο ξυλοδαρμό για απροσδιόριστο λόγο. Για την εν λόγω δολοφονία ο ένοχος δεν βρέθηκε ποτέ, ενώ ο σύντροφος της Βάρι, ο Ρόντι Ντράμοντ, ο οποίος ήταν και ο βασικός ύποπτος για τον φόνο, αφέθηκε τελικά ελεύθερος λόγω αμφιβολιών για την ενοχή του, αφού δεν βρέθηκαν αδιάψευστα τεκμήρια ότι ο Ρόντι όντως ήταν εκείνος που είχε διαπράξει τον φόνο. Φαίνεται, όμως, πως  οι ντόπιοι στην κλειστή κοινωνία του νησιού δεν είχαν πειστεί περί της αθωότητας του κατηγορουμένου. Έτσι στο νησί ανοίγει ο ασκός του Αιόλου όταν ο Ρόντι καταφτάνει και πάλι στο νησί για την κηδεία της μητέρας του. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή επιλέγει να καταφτάσει και η Ρεμπέκα προκειμένου να ερευνήσει την υπόθεση. Τα πράγματα, όμως, όπως συμβαίνει συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι εξαιρετικά περίπλοκα και κάτι άλλο, πιο μεγάλο και σοβαρό από τις ταραγμένες ερωτικές ζωές πολλών κατοίκων του νησιού, φαίνεται να κρύβεται τελικά από πίσω.

 

Είναι, επομένως ένοχος ο Ρόντι; Η Ρεμπέκα θα κάνει το παν προκειμένου να το ανακαλύψει σε αυτό το ευανάγνωστο και σφιχτοδεμένο στην υπόθεσή του σκωτσέζικο θρίλερ που θα μας καθηλώσει. Κρυμμένες αμαρτίες του παρελθόντος που βγαίνουν στην επιφάνεια, άφθονο μυστήριο και συννεφιές των Χάιλαντς, ανθρώπινοι χαρακτήρες κάθε είδους και περίπλοκες ανθρώπινες σχέσεις αποτελούν τον κόσμο του βιβλίου «Ο όρμος των καταιγίδων».


Κυριακή 21 Ιουλίου 2024

Αθηνά Λατινοπούλου, Και γύρω καμιά Αριάδνη, εκδ. Βακχικόν

 


Όταν υπάρχει πρόβλημα υγείας, καμία Αριάδνη δεν μπορεί να μας σώσει. Όταν η κοινωνία είναι σάπια και υποκρίνεται, όταν οι άνθρωποι γύρω μας  κοιτάζουν μονάχα το κουτσομπολιό και αδυνατούν να αποδεχτούν τη διαφορετικότητα ορισμένων συνανθρώπων μας, τότε, ναι, καμία θεόσταλτη Αριάδνη ποτέ και πουθενά δεν μπορεί να μας βγάλει από τον λαβύρινθο.

 

Αυτό τουλάχιστον πρεσβεύει η Αθηνά Λατινοπούλου, Θεσσαλονικιά καλλιτέχνιδα και συγγραφέας, στο βιβλίο της για τη διαφορετικότητα με τίτλο «Και γύρω… καμιά Αριάδνη». Το βιβλίο αυτό είναι το δεύτερο που εκδίδει μετά από το αυτοβιογραφικό της αφήγημα «Οι κορδέλες της δικής μου πραγματικότητας» και το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο «Να γίνεις εσύ Θεός».

 

Στο δεύτερό της μυθιστόρημα η υπόθεση εκτυλίσσεται στην ελληνική επαρχία τη δεκαετία του ’50 σε ένα χωριό που δεν προσδιορίζεται επακριβώς η θέση του. Εκεί ζει ο Αχιλλέας, ένα παιδί γεμάτο αγάπη και περιέργεια για τον κόσμο που τον περιβάλλει, αλλά και με καλλιτεχνικές ευαισθησίες, καθώς σκαρώνει ποιηματάκια και του αρέσει να ζωγραφίζει. Η μητέρα του η Μαργαρίτα είναι μία φιλήσυχη μοδίστρα, αλλά ο πατέρας του ο Βρασίδας ένας υποδηματοποιός ο οποίος γίνεται πολλές φορές εξαιρετικά βίαιος με τη γυναίκα του και τον γιο του. Ο Βρασίδας δεν θα κατορθώσει να αγαπήσει ποτέ το δεύτερο παιδί που θα φέρει στον κόσμο η γυναίκα του, τον Κυριάκο, ένα παιδί με σύνδρομο Down ελαφριάς σχετικά μορφής. Ο Αχιλλέας, αντίθετα, θα κάνει ό,τι μπορεί για τον αδελφό του και θα του μάθει αρκετά πράγματα, έτσι ώστε αυτός να θεωρείται όσο πιο προχωρημένος γίνεται διανοητικά προχωρημένος παρά τη δύσκολη κατάσταση της υγείας του.

 

Η κοινωνία του χωριού συντάσσεται με τον Βρασίδα και αδυνατεί να κατανοήσει τη διαφορετικότητα ενός παιδιού, το οποίο αποκαλούν όλοι απλά «τρελό».  Τα πράγματα θα περιπλακούν ακόμη περισσότερο όταν ο Αχιλλέας θα ερωτευτεί τη Μαρίζα, την κόρη του δασκάλου του χωριού. Η Μαρίζα θα τον ερωτευτεί και εκείνη σφόδρα, ο πατέρας της όμως θα αντιταχθεί στον γάμο τους αφενός εξ’ αιτίας της ύπαρξης του Κυριάκου, αλλά και εξ’ αιτίας της κακής φήμης του βίαιου Βρασίδα. Ενώ το ζευγάρι ετοιμάζεται να παντρευτεί, παρ’ όλα αυτά, ένα απρόσμενο γεγονός θα αλλάξει για πάντα τις ζωές των ηρώων.

 

Ένα ευκολοδιάβαστο μυθιστόρημα με απρόσμενο φινάλε και πολλές ανατροπές στην υπόθεση, το οποίο καταγγέλει την αδιαφορία και την υποκρισία του κόσμου της ελληνικής επαρχίας στα μέσα του περασμένου αιώνα. Η ανοχή των ανθρώπων όμως απέναντι  στο διαφορετικό αποδεικνύεται πως ελάχιστα έχει αλλάξει από τότε μέχρι σήμερα.


Παρασκευή 19 Ιουλίου 2024

Κατερίνα Δουκάκη, Στον κόσμο των ονείρων, εκδ. Πλέθρον, 2024

 

Πόση αλήθεια περιέχει τελικά ο κόσμος των ονείρων; Κι όταν τα όνειρα βγαίνουν αληθινά πρόκειται άραγε για σύμπτωση; Γίνεται δύο άτομα που δεν γνωρίζονται μεταξύ τους να βλέπουν και οι δύο το ίδιο όνειρο; Πόση πραγματικότητα περιέχουν εν τέλει τα όνειρα; Ή μήπως αυτά ανήκουν στη σφαίρα του ασυνείδητου και της φαντασίας;

            Σε τέτοιου είδους ερωτήματα, που σχετίζονται με τη φύση των ονείρων, επιχειρεί να δώσει απάντηση η συγγραφέας από τη Μυτιλήνη, η Κατερίνα Δουκάκη με το βιβλίο της το οποίο τιτλοφορείται «Στον κόσμο των ονείρων». Πρόκειται για ένα βιβλίο το οποίο κινείται στα όρια του μαγικού ρεαλισμού και της Ιστορίας, αφού, παρά τον ονειρικό χαρακτήρα του, οι αρχικές καταβολές για τη συγγραφή του βιβλίου αντλήθηκαν από την ίδια την Ιστορία:

Η Ελένη Αλταμούρα-Μπούκουρα ήταν η πρώτη ελληνίδα ζωγράφος της Νεώτερης Ελληνικής Ιστορίας. Γεννημένη στις Σπέτσες το 1821-ή το 1822-έφυγε στην Ιταλία για σπουδές προκειμένου να ικανοποιήσει το παιδικό της όνειρο να γίνει ζωγράφος. Εκεί παντρεύτηκε τον Ιταλό ζωγράφο Φραντσέσκο Σαβέριο Αλταμούρα με τον οποίο απέκτησε τρία παιδιά: τον Ιωάννη, τη Σοφία και τον Αλέξανδρο. Όταν ο σύζυγός της την εγκατέλειψε για μία έτερη ζωγράφο, παίρνοντας μαζί και το ένα από τα τρία παιδιά τους, η Ελένη επέστρεψε στην απελευθερωμένη πλέον από τους Οθωμανούς Ελλάδα μαζί με τα άλλα δύο της παιδιά και έζησε στην Αθήνα παραδίδοντας μαθήματα ζωγραφικής. Τελικά έχασε και τα δύο της παιδιά από φυματίωση και πέθανε άγνωστη και ξεχασμένη στη γενέτειρά της τις Σπέτσες, το 1900.

Αυτή είναι με δυο λόγια η αληθινή ιστορία της πρώτης Ελληνίδας ζωγράφου. Η Κατερίνα Δουκάκη, όμως, δεν προβαίνει σε μία απλή αναδιήγησή της στο βιβλίο της. Αντιθέτως, με όχημα τους φανταστικούς απογόνους του ζεύγους Αλταμούρα που διαβιούν στη Νάπολη, η ηλικιωμένη Μπιάνκα και ο γιος της Αλεσάντρο ονειρεύονται το γενέθλιο σπίτι της Ελένης στις Σπέτσες. Το ίδιο όνειρο βλέπει και η Σοφία στην Αθήνα, η οποία αγνοεί τις ρίζες της και επισκέπτεται το νησί προκειμένου να τις ανακαλύψει.

Ένα όνειρο, επομένως, το οποίο βλέπουν τρία διαφορετικά άτομα γίνεται η αφορμή για να ξετυλιχτεί το μυθιστόρημα της Δουκάκη, αλλά και για να ανακαλύψει η Σοφία τις αληθινές τις ρίζες.

Η συγγραφέας μεταπλάθει με έξυπνο και αριστοτεχνικό τρόπο ένα αληθινό ιστορικό γεγονός, αφήνοντας άφθονο χώρο στη φαντασία της προκειμένου να δημιουργήσει ένα ευκολοδιάβαστο, σφιχτό στη δομή του και καλογραμμένο μυθιστόρημα σε πρώτο πρόσωπο. Παράλληλα με τον κόσμο των ονείρων, εμφανίζεται στο βιβλίο και ο κόσμος της αληθινής ιστορίας των δύο χωρών, της Ιταλίας και της Ελλάδας, με τη συγγραφέα να επιλέγει να αναφερθεί σε συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα του 20ου αιώνα.