Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2024

Πάνος Δημάκης, Ποσειδών, εκδ. Διόπτρα


 

 

 

            Ο Πάνος Δημάκης, συγγραφέας και μεταφραστής έχει χαρίσει ως τώρα στο αναγνωστικό κοινό δύο μυθιστορήματα, το «Δεκαεπτά κλωστές» και  «Το ποτάμι των χιλίων τυφλών», στο οποίο βασίστηκε και η ομώνυμη τηλεοπτική σειρά. Στο τρίτο του μυθιστόρημα με τίτλο «Ποσειδών» ταξιδεύει τους αναγνώστες του στο πανέμορφο νησί της Ιθάκης και, με αφορμή έναν καταστρεπτικό σεισμό, δημιουργεί ένα αναλυτικό ψυχογράφημα, το οποίο αποτελεί, όμως, συγχρόνως και ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα με πολλές ανατροπές στην υπόθεσή του.

            Όλη η ιστορία εξελίσσεται καταιγιστικά μέσα στον συμπυκνωμένο χρόνο των είκοσι ενός, μόλις, ωρών. Πιο συγκεκριμένα, ο καταστροφικός σεισμός λαμβάνει χώρα κατά τις απογευματινές ώρες της 4ης Οκτωβρίου του 2024 και ολόκληρη η εξιστόρηση των γεγονότων έχει ολοκληρωθεί πριν από το τέλος της επόμενης ημέρας. Ουσιαστικά πρόκειται για την ιστορία του εγκλεισμού εννέα ανθρώπων μέσα στην εκκλησία του μοναστηριού που βρίσκεται πάνω σε έναν βράχο κοντά στο Βαθύ της Ιθάκης, το οποίο φιλοξενεί την περίφημη και θαυματουργή εικόνα της Παναγιάς των Μηκώνων. Οι εννέα αυτοί άνθρωποι βρίσκονται ξαφνικά εγκλωβισμένοι μέσα στην εκκλησία όταν, μετά από την καταστροφική δόνηση καταρρέουν οι τοίχοι του μοναστηριού και δημιουργούν μία ακούσια «φυλακή» για τους επτά επισκέπτες του, μία μοναχή και την ηγουμένη. Αυτό το ετερόκλητο πλήθος, το οποίο θα προβεί σε απρόσμενες εξομολογήσεις υπό το καθεστώς της απειλής του θανάτου, θα αποτελέσει τον πυρήνα γύρω από τον οποίο θα επικεντρωθεί η εξιστόρηση του Δημάκη.

Η Ηγουμένη ονόματι Πελαγία, μία σεβάσμια γυναίκα με ακλόνητη πίστη. Μία νεαρή και όμορφη μοναχή, η Νόρα. Ένας ηλικιωμένος που τραυματίζεται σοβαρά στη σπονδυλική του στήλη από πτώση βράχου, ο Ματθαίος.  Ένας αινιγματικός και ειρωνικός άνδρας, ο Άγης. Ένας αρχαιολόγος, ο Κομνηνός και ένας νεαρός, ο Δημήτρης. Μία μητέρα με το παιδί της, η Ζωή με τον Αλέξανδρο και η άπιστη Ισμήνη. Αυτοί οι εννέα χαρακτήρες θα αποτελέσουν τη μαγιά για τα καίρια φιλοσοφικά, κοινωνικά και ψυχολογικά ζητήματα γύρω από τους ανθρώπους, τις ανθρώπινες σχέσεις, το Θείο ως έννοια, τη ζωή, τις αμαρτίες και τον θάνατο, που θα ζυμώσει ο Δημάκης προκειμένου να δημιουργήσει ένα συγκλονιστικό ταξίδι αυτογνωσίας και να αποκαλύψει μεγάλες αλήθειες, όχι μονάχα για τους εννέα τόσο διαφορετικούς χαρακτήρες που δημιουργεί και που όλοι τους κάτι έχουν να κρύψουν, αλλά και για τον κάθε ένα από εμάς ξεχωριστά.

Είναι αλήθεια ότι όταν ο άνθρωπος βρίσκεται αντιμέτωπος με το φάσμα του θανάτου, τότε ακριβώς φέρνει στην επιφάνεια τον αληθινό του εαυτό. Διότι όλοι μας γινόμαστε διαφορετικοί σε ακραίες συνθήκες, τόσο διαφορετικοί που δεν το πιστεύουμε ούτε οι ίδιοι, αν το δούμε να συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας. Οι εννέα του Δημάκη έρχονται πρόσωπο με πρόσωπο με τον θάνατο κάθε μία από τις είκοσι μία ώρες του εγκλεισμού τους. Προβαίνουν, λοιπόν, σε μία ανασκόπηση της ζωής τους, κάποιοι μάλιστα συνομιλούν με τον ίδιο τον Θεό καθώς νιώθουν το τέλος τους να πλησιάζει. Εξομολογούνται, λοιπόν, τα κρίματά τους και παραδέχονται αλήθειες που κρατούσαν καλά κρυμμένες, ως τώρα, μέσα τους.

Ο πάπα-Κρυστάλλης, ο αγαθός παπάς που νοιάζεται για τη σωτηρία των άλλων θα γίνει, τελικά, ο αμνός του Θεού που θα θυσιαστεί. Αντιθέτως, ένας άλλος χαρακτήρας θα αποδειχτεί ο πυρήνας του κακού.

Παράλληλα, έξω από το μοναστήρι, κοντά στην παραλία, τρεις άνθρωποι βρίσκονται αντιμέτωποι με το φονικό παλιρροϊκό κύμα που θα ξεσπάσει μετά από τον σεισμό. Συν τοις άλλοις, ο Δημάκης δεν αγνοεί και τις συνέπειες του σεισμού για τους υπόλοιπους κατοίκους του νησιού, αλλά επιλέγει αν αφηγηθεί παράλληλα τι συμβαίνει και στο υπόλοιπο νησί. Επιπροσθέτως, αφηγείται και τις συνέπειες ενός άλλου σεισμού που είχε συμβεί παλαιότερα.

Μπορούν πράγματι να είναι θαυματουργές οι εικόνες; Είναι άραγε οι σεισμοί αποτέλεσμα της θεϊκής οργής και τιμωρία για τις αμαρτίες μας ή ένα καθ’ όλα τυχαίο φαινόμενο; Πώς ορίζουμε την αμαρτία και, κυρίως, ποιος είναι αυτός που θα την ορίσει; Ο σκοπός αγιάζει πάντοτε τα μέσα; Φέρεται ο Θεός προς όλους με την ίδια καλοσύνη; Κάποιος που αγνοεί και υβρίζει τα θεία μπορεί να είναι καλός άνθρωπος; Και, αντιθέτως, αυτός που φαίνεται πιστός είναι τελικά αγνός; Συγχωρούνται άραγε όλες μας οι αμαρτίες, αν τις εξομολογηθούμε πριν από τον θάνατό μας; Το μόνο σίγουρο είναι ότι κανένας δεν θα είναι ίδιος μετά από αυτόν τον σεισμό που θα αλλάξει οριστικά και αμετάκλητα τη μοίρα των ανθρώπων που θα βιώσουν από κοντά τις δραματικές επιπτώσεις του…

Εν κατακλείδι, ο Πάνος Δημάκης δημιουργεί ένα έξοχο μυθιστορηματικό πόνημα, αξιοθαύμαστο από κάθε άποψη-από την άποψη της δημιουργίας και της αναπαράστασης των ηρώων του, της πρόζας, της αφήγησης, της φιλοσοφικής διάστασης, αλλά και της πλοκής της υπόθεσης- το οποίο διαβάζεται απνευστί και θα μείνει χαραγμένο στη μνήμη μας.

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2024

Γιάννης και Μαρίνα Αλεξάνδρου, Στις όχθες του Νείλου, εκδ Μίνωας

 

Τα βιβλία των Γιάννη και Μαρίνα  Αλεξάνδρου τα διάβαζα όταν ήμουν στο λύκειο και στο πανεπιστήμιο. Επρόκειτο για ευχάριστες μυθοπλασίες που διαδραματίζονταν συνήθως στα τέλη του 19ου ή στις αρχές του 20ου αιώνα και κυλούσαν σαν το νερό όταν τις διάβαζες,  ήταν πάντοτε δε χρωματισμένες με μικρές ιστορικές παρενθέσεις με πλάγια γράμματα. Από εκείνα τα παλιά τους πονήματα είχα ξεχωρίσει, θυμάμαι, τα «Παλάτια του Βοσπόρου», τον  «Άξενο Πόντο» και το «Από την ανατολή στη Δύση», όλα όσα δηλαδή είχαν άμεση σχέση με την Ιστορία. Οι συγγραφείς όμως, εκτός από τα παραπάνω έχουν συγγράψει ως τις μέρες είκοσι τέσσερα μυθιστορήματα, πολλά από τα οποία έχουν κοινωνικό περιεχόμενο.

            Το τελευταίο τους πόνημα, με το οποίο επανεμφανίζονται στα ελληνικά γράμματα μετά από χρόνια απουσίας, ακούει στον τίτλο «Στις όχθες του Νείλου» και αποτελεί μία μυθιστορηματική και ιστορική περιήγηση στη φημισμένη πόλη της Αλεξάνδρειας.

Η κυρίως υπόθεση εξελίσσεται μεταξύ των αρχών του 20ου αιώνα και της σημερινής εποχή και διαδραματίζεται στην Αλεξάνδρεια, την Αθήνα, τη Μύκονο, τη Νέα Υόρκη, αλλά και τη Λοζάνη της Ελβετίας. Οι συγγραφείς παρακολουθούν τη ζωή δύο γυναικών, της Νόρας και της εγγονής της, της Βάλης. Η γιαγιά Νόρα ήταν μία δυναμική γυναίκα, η οποία έζησε τα δύσκολα χρόνια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και τον μετέπειτα αναγκαστικό ξεριζωμό των Ελλήνων της Αλεξάνδρειας μετά από την εθνικοποίηση των περιουσιών τους από τον Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ και τη μετοικεσία της οικογένειας στην Αθήνα.

Κατόπιν, πρωταγωνίστρια γίνεται η εγγονή της Βάλη, η οποία μεγαλώνει με εντελώς διαφορετικό τρόπο όπως είναι φυσικό και σπουδάζει, τελικά, τουριστικά επαγγέλματα στην Ελβετία. Η Βάλη αναζητά τον έρωτα και την ευτυχία στο πρόσωπο διαφορετικών ανδρών. Παράλληλα προσπαθεί να ισορροπήσει  τα προσωπικά της θέματα με τη δουλειά της.

Εκτός από το κυρίως αυτό θέμα του μυθιστορήματος, οι δύο συγγραφείς εγκιβωτίζουν μέσα στη διήγησή τους, εκτός από πάμπολλες ιστορικές αναφορές, και την αφήγηση για τη Βαΐας, της θεραπαινίδας της Κλεοπάτρας και τον έρωτά της με τον πιστό στρατιώτη του Οκταβιανού. Έτσι, μεταφερόμαστε νοερά και στη ρωμαϊκή εποχή, εποχή ακμής της όμορφης πόλης του Νείλου.

Η υπόθεση, όπως σε όλα τα βιβλία του ζευγαριού, κρατάει εξημμένη την περιέργεια του αναγνώστη, καθιστώντας το πόνημα ιδιαίτερα ευκολοδιάβαστο. Πέρα από αυτό, όμως, ο αναγνώστης θα πληροφορηθεί και πράγματα ιστορικής φύσεως  τα οποία ενδεχομένως δεν θα γνώριζε σχετικά με τον τόσο σπουδαία αυτή πόλη που υπήρξε Μέκκα του ελληνισμού στις αρχές και τα μέσα του περασμένου αιώνα.


Μάνος Κοντολέων, Τα δώρα, εκδ. Πατάκη

 

 

Όλα τα μικρά παιδιά, μα  ιδιαίτερα τα μοναχοπαίδια, έχουν πολλά να μάθουν και να κερδίσουν από τη συμβίωση με ένα μικρό ζωάκι. Ένα ζωάκι θα προσφέρει, πάνω απ’ όλα, συντροφιά, χαρά και φιλία στον ιδιοκτήτη του. Θα τον κάνει να σχεδιάζει το μέλλον μαζί του και να αναπολεί το παρελθόν, τις ωραίες στιγμές που έζησαν παρέα. Θα τον εφοδιάσει με ισχυρή θέληση για να πετύχει ορισμένα πράγματα και με διάθεση για νέες ανακαλύψεις στις μεταξύ τους περιπέτειες. Θα τον κάνει να ονειρεύεται όμορφα πράγματα, ιδιαίτερα αν μοιράζονται το ίδιο κρεβάτι τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Θα του μάθει όμως και τι θα πει απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου, πόνος και θλίψη, όταν, δυστυχώς, όπως συμβαίνει με όλα τα ζωάκια σε σχέση με τους ανθρώπους, αυτό θα φύγει νωρίτερα για το μεγάλο ταξίδι… Προτού όμως γίνει αυτό, ένα παιδί θα έχει βιώσει και άλλα συναισθήματα, όπως προσμονή, ελπίδα και φόβο για τη ζωή του φίλου του,  πριν τον τελικό αποχαιρετισμό, ο οποίος θα συνοδεύεται αναπόφευκτα από την αίσθηση της απώλειας. Οι μνήμες όμως όσων έζησαν μαζί και οι ευχάριστες αναμνήσεις θα συντροφεύουν για πάντα αυτόν που μένει πίσω…

Στην περίπτωση του μικρού Μάρκου, του ήρωα του βιβλίου με τίτλο «Τα δώρα», ανάμεσα στα δώρα που ένα μικρό ζωάκι προσφέρει στον Μάρκο-ένα γατάκι ονόματι Νεφερτίτη στην εν λόγω περίπτωση, συγκαταλέγεται και η δημιουργία, αφού ο Μάρκος, ως ανταπόδοση για τις όμορφες στιγμές που έζησε με τη μικρή Νεφερτίτη, πριν αυτή αρρωστήσει και πεθάνει τελικά, θα πάρει την απόφαση να καταγράψει τις αναμνήσεις του στο χαρτί, δημιουργώντας έτσι το πρώτο του μυθιστόρημα…

Κάπως έτσι γεννιέται ένας συγγραφέας… Μόνο που ο μικρός Μάρκος, το μικρό, θλιμμένο μοναχοπαίδι που βρήκε τη φιλία στο πρόσωπο της Νεφερτίτης δεν είναι άλλος από τον μεγάλο και γνωστό συγγραφέα Μάνο Κοντολέων, που αποφασίζει να μοιραστεί με τους αναγνώστες του μία πολύ προσωπική του ιστορία φερμένη από τα παλιά, η οποία αποκαλύπτει τον αναπάντεχο τρόπο με τον οποίο έγινε τελικά ο ίδιος συγγραφέας…  Διότι πολλές φορές μία ασήμαντη, εν τέλει, αφορμή μπορεί να έχει συνέπειες τις οποίες ποτέ δεν είχαμε φανταστεί. Και η ίδια η ζωή, επομένως, προσφέρει άφθονες ιστορίες για συγγραφή.

Η προσωπική αυτή εξομολόγηση και ιστορία του συγγραφέα πήρε σάρκα και οστά υπό το πινέλο της Ιφιγένειας Καμπέρη, η οποία αναπαρήγαγε με πολύ κέφι και χρώμα την ιστορία του συγγραφέα στο χαρτί. Και το αποτέλεσμα είναι ένα βιβλίο τρυφερό και συγκινητικό που θα αγγίξει ιδιαίτερα τους ζωόφιλους, αλλά και όσαους αισθάνονται μοναξιά στη ζωή τους.

Ο Μάνος Κοντολέων με εξομολογητική διάθεση θα μας αποκαλύψει στο τέλος του βιβλίου ακόμη και το πρώτο του λογοτεχνικό ψευδώνυμο με το οποίο υπέγραφε από τότε, από όταν δηλαδή έχασε τον καλύτερο του φίλο, τη Νεφερτίτη, τις πρώτες συγγραφικές του προσπάθειες. Το ερώτημα βέβαια, παραμένει: αν η Νεφερτίτη δεν είχε υπάρξει ποτέ, ο Μάνος Κοντολέων θα είχε γίνει συγγραφέας; Οπωσδήποτε, όμως, οφείλουμε να παραδεχτούμε, κρίνοντας από τον αριθμό των βιβλίων που έχει συγγράψει ο Κοντολέων σήμερα, ότι η Νέα Ελληνική Λογοτεχνία θα ήταν κατά πολύ φτωχότερη, αν δεν είχε υπάρξει η μικρή γατούλα με το όνομα Νεφερτίτη…


Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2024

Απόστολος Παπαγεωργίου, Η κότα η Κοκό και ο Αστακός και Ο εργασιομανής τζίτζικας, εκδ. Πηγή



Ο Απόστολος Παπαγεωργίου είναι επαγγελματίας εκφωνητής, κειμενογράφος διαφημιστικών και παραγωγός ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σποτ. Ωστόσο, πάντοτε δήλωνε εραστής των τεχνών, οπότε, από τότε που έγινε πατέρας αποφάσισε να συνδυάσει δύο του ταλέντα σε ένα: να γράψει το κείμενο και να εικονογραφήσει δύο παιδικά βιβλία για παιδιά ηλικίας προσχολικής ηλικίας ή των πρώτων  τάξεων του δημοτικού. Τα δύο πονήματα που του ανήκουν εξολοκλήρου σε ό,τι αφορά, επομένως, τόσο το κείμενο, όσο και την εικόνα, ακούν στους τίτλους «Η κότα η Κοκό και ο αστακός» και «Ο εργασιομανής τζίτζικας». Οπωσδήποτε δεν είναι σύνηθες κάποιος να μπορεί να είναι συγχρόνως ο συγγραφέας, όσο και ο εικονογράφος ενός βιβλίου. Ο Παπαγεωργίου, όμως, το καταφέρνει μια χαρά.

Στο πρώτο βιβλίο ήρωες είναι δύο αρκετά ετερόκλητα μεταξύ τους ζώα: ένας αστακός και μία κότα. Φυσικά, στην αληθινή ζωή δεν θα υπήρχε ποτέ περίπτωση να συναντηθούν δύο τέτοια ζώα  και αυτό ακριβώς το γεγονός κάνει πιο ενδιαφέρον το παραμύθι. Η κότα είναι λαίμαργη και δεν διστάζει να φτάσει μέχρι και στην απάτη προκειμένου να γεμίσει την κοιλιά της. Ο αστακός, όμως, βρίσκεται εκεί ως η φωνή στην ηθική και έχει σκοπό να τη νουθετήσει.

Το δεύτερο παραμύθι έχει μία ακόμη πιο ενδιαφέρουσα αφετηρία: αποτελεί μία πολύ έξυπνη αντιστροφή του γνωστού μύθου του Αισώπου με τον τζίτζικα και τον μέρμηγκα. Όλοι γνωρίζουμε τον τζίτζικα ως τον τεμπέλη που τραγουδά όλη μέρα τα καλοκαίρια και τον χειμώνα μένει δίχως φαγητό, αφού δεν μεριμνούσε όταν έπρεπε, αλλά διασκέδαζε, και, επομένως, πεθαίνει. Τι συμβαίνει, άραγε, όμως, όταν ένας τζίτζικας θα αποδειχθεί υπερβολικά εργασιομανής  και φιλότιμος, φτάνοντας, μάλιστα, στο άλλο άκρο; Σε αυτό το σημείο, επομένως, έρχεται ένας φίλος του, το σκαθάρι, για να του θυμίσει το μέτρο και το ότι οι υπερβολές είναι καλό να αποφεύγονται.

 Και τα δύο βιβλία είναι πλούσια εικονογραφημένα και ευκολοδιάβαστα σαν ποιήματα, αφού ο συγγραφέας επιλέγει την έμμετρη μορφή για τα κείμενά του, αποφεύγοντας περιττές λεπτομέρειες στις περιγραφές και δημιουργώντας ένα κείμενο λυρικό, μα απλό, κατάλληλο για μικρά παιδιά που επικεντρώνονται περισσότερο στις εικόνες σε ένα βιβλίο και λιγότερο στο κείμενο. Εν κατακλείδι, πρόκειται για δύο παραμύθια που τα μεγαλύτερα παιδιά θα διαβάσουν μόνα τους, ή τα μικρότερα θα ακούσουν με χαρά τους γονείς τους να τους το αναγιγνώσκουν , ενώ αυτά θα κοιτούν τις πολύχρωμες εικόνες.