Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2025

Φωτεινή Τσαλίκογλου, Ο Ιωσήφ ήρθε μετά, εκδ. καστανιώτη

 

            Μία περίεργη ιστορία, αλλοπρόσαλλη και εξολοκλήρου ασυνήθιστη, με πινελιές υπερρεαλιστικές, αλλά και φορτωμένη με άφθονο συναίσθημα και με πολλές προεκτάσεις, μας αφηγείται η συγγραφέας και ομότιμη καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Φωτεινή Τσαλίκογλου. Το νέο της πόνημα τιτλοφορείται «Ο Ιωσήφ ήρθε μετά» και είναι ένα από τα πολλά μυθιστορήματα που έχει συγγράψει, πολλά από τα οποία έχουν διακριθεί, έχουν μεταφερθεί για το θέατρο, αλλά και μεταφραστεί σε άλλες γλώσσες.

            «Ο πατέρας μου γεννήθηκε στο νησί το 1909. Ο παππούς ήταν κτηματίας. Τα κτήματα του παππού απλώνονταν σε μια πλαγιά που κατηφόριζε προς τη θάλασσα, με απρόσκοπτη θέα στο γαλάζιο του Ιονίου πελάγους. Οι αγροί καλύπτονταν από ελαιώνες και κυπαρίσσια, αμπελώνες, συκιές κι αμυγδαλιές. Στους κήπους δίπλα στις λεμονιές και τις πορτοκαλιές καλλιεργούσαν ρίγανη και θυμάρι. Οι μεθυστικές μυρωδιές, ο ήχος των κυμάτων που έσκαγαν στις ακτές, μαζί με το κελάηδισμα των πουλιών και τη φωνή του ανέμου ανάμεσα στα φύλλα, δημιουργούσαν μια μελωδική και γαλήνια ατμόσφαιρα. Έπειτα ξέσπασε ο πόλεμος κι ακολούθησε ο αδελφοκτόνος διχασμός. Σε μια στιγμή σταμάτησαν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια».

            Κάπως έτσι μας περιγράφει η συγγραφέας την ηρεμία πριν από την καταιγίδα του εμφυλίου στην ελληνική ύπαιθρο, με όμορφες εικόνες, προσεκτικά διαλεγμένες λέξεις και λυρικό ύφος. Ο πατέρας που γεννήθηκε στο νησί είναι ο γεννήτορας της Θάλειας, της πρωταγωνίστριας της τραγικής αυτής οικογενειακής ιστορίας. Ο Μάρκος Βεργωτής, αριστερός και φυσικός σπουδαγμένος στις ΗΠΑ, αναγκάζεται να μετακινείται διαρκώς από εδώ και από εκεί στα διάφορα σχολεία ως σεσημασμένος ανεπιθύμητος για την ελληνική πολιτική πραγματικότητα τη δεκαετία του 1950. Η γυναίκα του, Ανθή Σέκερη, δασκάλα στο απροσδιόριστο νησί, του χαρίζει δυο παιδιά: τη μεγαλύτερη Θάλεια και τον μικρό Ιωσήφ. Κάτι, όμως, δεν πηγαίνει καλά με αυτό το παιδί… Φέρεται άσχημα σε όλους, ιδίως στους γονείς και την αδελφή του και όταν θα μεγαλώσει θα διαπράξει το μεγαλύτερο έγκλημα: θα δολοφονήσει τον άντρα της ερωμένης του. προηγουμένως θα έχει εξωθήσει με τα καμώματά του και την ίδια του τη μάνα σε αυτοκτονία, σε εθελούσια στείρωση την αδελφή του, αλλά και τον πατέρα του σε αυτοκτονία, λίγο μετά από τη δολοφονία.

            Ποιο είναι, επομένως, το προφίλ του δράστη; Μήπως πρόκειται για κληρονομικότητα ψυχασθένειας από τη μάνα; Μήπως ο ίδιος ο διάβολος είναι ενσαρκωμένος σε αυτό το παιδί; Γεννιέται κανείς εγκληματίας ή γίνεται; Ή μήπως απλά πρόκειται για ένα πλάσμα που αποζητά την αγάπη και δεν ξέρει πώς να τη διεκδικήσει; Ποια κατάληξη θα έχει ο Ιωσήφ μετά το έγκλημα, αλλά και η αδελφή του, η οποία ζει πλέον στην Κυψέλη, ως η μόνη επιζήσασα της οικογενείας μαζί με τον –ψυχοπαθή;- αδελφό της;

            Στην πραγματικότητα, το μυθιστόρημα αυτό δεν μας αφηγείται μονάχα την τραγική ιστορία του Ιωσήφ, αλλά και εκείνη της αδελφής του, η οποία είναι ίσως ένα ακόμη τραγικότερο πρόσωπο στο μυθιστόρημα από ότι αυτός. Είναι επίσης η ιστορία του αριστερού Μάρκου Βεργωτή που θα δει τον γιο του εγκληματία. Της δόλιας μάνας Ανθής Σέκερη που δεν αντέχει και αυτοκτονεί. Της αθώας γιαγιάς Ευανθίας με καταγωγή από τη Μικρά Ασία, που αναγκάστηκε να εγκλωβιστεί σε έναν αναγκαστικό γάμο. Της αδελφής του Μάρκου, της Μοσχούλας που ερωτεύτηκε έναν  σέμπρο, έναν εργάτη, ενώ ήταν κόρη κτηματία. Αλλά είναι, συγχρόνως, και η ιστορία της μετεμφυλιακής Ελλάδας και της Ελλάδας της χούντας που ποζάρει από κάπου μακριά προκειμένου να συμπεριληφθεί στη φωτογραφική αφήγηση. Διότι η Ιστορία παίζει μονάχα τον ρόλο του έξωθεν παρατηρητή, δεν πρωταγωνιστεί, αλλά είναι εξαιτίας της που οδηγούνται σε συγκεκριμένες πράξεις οι πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος.

Ένα ιδιαίτερο και πρωτότυπο μυθιστόρημα με έντονες συναισθηματικές διακυμάνσεις και γερές υπερρεαλιστικές πινελιές και αλληγορίες.

Κώστας Αρκουδέας, Μυστική Ιθάκη, εκδ. Καστανιώτης

 

Ένα βιβλίο για τα βιβλία!

 

            Δεν είναι η πρώτη φορά που ο γνωστός και καταξιωμένος συγγραφέας Κώστας Αρκουδέας συγγράφει ένα βιβλίο για τα βιβλία. Το παλαιότερο πόνημά του με τίτλο «Επικίνδυνοι συγγραφείς», ένα βιβλίο για όλα τα βιβλία που παγκοσμίως είχαν θεωρηθεί επικίνδυνα κατά καιρούς, αλλά και το «Χαμένο νόμπελ», ένα βιβλίο για το έργο και τη ζωή του Νίκου Καζαντζάκη μας μιλούσαν αμφότερα για τον κόσμο του βιβλίου.

            Ο ίδιος συγγραφέας επιστρέφει, λοιπόν, τώρα, με ένα βιβλίο που μας μιλάει για διάφορα βιβλία που επηρέασαν την παγκόσμια λογοτεχνική παραγωγή και άφησαν ιστορία, για βιβλία αναγνωρισμένα, για βιβλία αφανή και αποκηρυγμένα, για βιβλία ατελή και άγνωστα. Για όλα αυτά θα γράψει  Κώστας Αρκουδέας στο νέο του βιβλίο με τίτλο «Μυστική Ιθάκη».

            Ο τίτλος είναι σαφώς εμπνευσμένος από το έργο του Κωνσταντίνου Καβάφη. Εξάλλου το βιβλίο του ξεκινά με μια ευθεία αναφορά στον συγκεκριμένο συγγραφέα. Υπάρχουν πολλές αναφορές στο βιβλίο σχετικά με το πως αυτός έγραψε το γνωστό του ποίημα «Καισαρίων», σχετικά με τη σχέση του ποιητή με τον Αλέκο Σεγκόπουλο και τη Ρίκα Αγαλιανού που ανέδειξαν το έργο του, αλλά και σχετικά με το ίδιο το καβαφικό έργο εν συνόλω. Το ίδιο γίνεται και στο τέλος του βιβλίου, όπου γίνεται αναφορά στον θάνατό του.

            Στο ενδιάμεσο ο συγγραφέας επιλέγει να μας ταξιδέψει στα έργα και τις ζωές σημαντικών συγγραφέων, όπως της Έμιλυ Ντίκινσον, του Τζέρομ Ντέιβιντ Σάλιντζερ, του Τόμας Πίντσον, του Φερνάντο Πεσσόα, του Αρθούρου Ρεμπώ, του Σαρλ Μπωντλαίρ, του Φιλιπ Ντικ, του Στέφαν Τσβάιχ, της Βιρτζίνια Γουλφ και άλλων, άλλων γνωστότερων στο ευρύ κοινό και άλλων πιο άγνωστων. Και οι Έλληνες, όμως, δεν μένουν απέξω, από αυτή την ευρεία σύναξη των λογοτεχνών. Εκτός από τον Κωνσταντίνο Καβάφη, πολλές αναφορές υπάρχουν και σε συγγραφείς όπως ο Γεώργιος Βιζυηνός, ο Κώστας Ταχτσής, ο Μένης Κουμανταρέας και άλλοι.   

Όπως συνέβη και με τα άλλα βιβλία του συγγραφέα που προαναφέρθηκαν, το βιβλίο αυτό θα μας δώσει έναυσμα για περαιτέρω αναγνώσεις. Αναντίρρητα, είναι ένα βιβλίο που απευθύνεται πρωτίστως στους λάτρεις της λογοτεχνίας και σε όσους ενδιαφέρονται να διαβάζουν για την ιστορία της λογοτεχνίας.

Τα πέντε μέρη του βιβλίου «Μυστική Ιθάκη» είναι βασισμένα στον διαχωρισμό που έχει γίνει και στο έργο του Καβάφη. Το πρώτο μέρος με τα «Αναγνωρισμένα» αναγνώσματα αφορά τους Ντίκινσον και Καβάφη, δυο συγγραφείς που στόχευσαν στην υστεροφημία τους. Το δεύτερο μέρος εστιάζει στο έργο δύο συγγραφέων που έμειναν στην αφάνεια, στον Τζέρομ Ντέιβιντ Σάλιντζερ και στον Φερνάντο Πεσσόα, ενώ το τρίτο μελετά κάποια αποκηρυγμένα έργα, εκείνα των Αρθούρο Ρεμπώ και Σαρλ Μπωντλέρ. Το τέταρτο μέρος ασχολείται με το έργο δύο συγγραφέων που τρελάθηκαν, του Φίλιπ Ντικ και του Γεώργιου Βιζυηνού, ενώ το πέμπτο και τελευταίο μέρος είναι αφιερωμένο σε δύο από τις πιο διάσημες αυτοκτονίες στον χώρο της λογοτεχνίας, στον Στέφαν Τσβάιχ και στη Βιρτζίνια Γουλφ.

Στο «Υστερόγραφο» στο τέλος του βιβλίου του, ο Αρκουδέας προσθέτει και άλλους Υστερόφημους, Κρυμμένους, Καταραμένους, Παράφρονες και Αυτόχειρες συγγραφείς στον κατάλογό του. Σαν άλλος Πλούταρχος, ανατέμνει ανά ζεύγη σε έτερους «Βίους παράλληλους» τις ζωές διάσημων συγγραφέων που άφησαν εποχή με το έργο τους και μας τους συστήνει δίνοντάς μας άφθονη τροφή για σκέψη, αλλά και μπόλικες αφορμές για περαιτέρω αναγνώσεις!

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Εκατό χρόνια μοναξιά, εκδ. Ψυχογιός

 

Ίσως δεν είναι καλή ιδέα να μιλήσει κανείς για ένα βιβλίο τόσο διάσημο, ένα βιβλίο-σταθμό στην ιστορία της λογοτεχνίας. Κι όμως, εγώ αποφάσισα να το κάνω, αποτίοντας έτσι τον δικό μου φόρο τιμής στον πασίγνωστο νομπελίστα συγγραφέα με το τόσο ιδιαίτερο στυλ γραφής. Ο λόγος, φυσικά, για ένα από τα πρώτα μυθιστορήματα γραμμένα στο στυλ του μαγικού ρεαλισμού, το «Εκατό χρόνια μοναξιά» του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες.

            Ακόμα κι αν δεν το έχουμε διαβάσει, όλοι μας θα έχουμε σίγουρα ακούσει για το περίφημο Μακόντο της Κολομβίας και την οικογένεια Μπουενδία (Καλημέρα δηλαδή, ελληνιστί). Τίποτε από τα δύο δεν υπάρχει στην πραγματικότητα-ούτε η οικογένεια Μπουενδία, ούτε η πόλη Μακόντο-επειδή όμως το συγκεκριμένο αυτό βιβλίο είχε πραγματικά πελώρια επιρροή ανά τον κόσμο και επειδή τόσο το Μακόντο όσο και οι Μπουενδία έχουν στοιχεία από την αληθινή ζωή μέσα, είναι σαν να υπήρξαν στα αλήθεια όλα αυτά…

            Πολλά δεν είναι μύθος στο αφήγημα αυτό. Κάθε συγγραφέας αυτοβιογραφείται ως έναν βαθμό και επηρεάζεται από τις εικόνες του περίγυρού του. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τον Μάρκες, ο οποίος βασίζεται σε αληθινές εικόνες από τη γενέτειρά του, την Αρακατάκα, προκειμένου να πλάσει το μυθιστορηματικό Μακόντο στο πρότυπό της. Εξάλλου, και ο Συνταγματάχης Αουερελιάνο Μπουενδία, ένας από τους πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες του μυθιστορήματος, είναι κι αυτός εμπνευσμένος από έναν θείο του Μάρκες που ήταν συνταγματάρχης.

Το μυθιστόρημα αυτό, αναντίρρητα, είναι κάτι πολύ περισσότερο από την απλή παράθεση της ιστορίας μιας οικογένειας τεσσάρων γενεών στον 19ο και στον 20ο αιώνα. Είναι, πάνω απ’ όλα η μαγική και τόσο ιδιαίτερη γραφή του Μάρκες-μια γραφή όχι τόσο εύκολη, φυσικά, στο διάβασμα, μιας και απαιτεί συγκέντρωση, αλλά μία γραφή υπέροχη. Η γραφή αυτή και όχι τόσο τα λεγόμενα του συγγραφέα είναι εκείνη που δημιουργεί αυτή την τόσο υποβλητική ατμόσφαιρα του βιβλίου, που σε εμένα θύμισε έντονα το «Σπίτι των πνευμάτων» της Ιζαμπέλ Αλιέντε, άλλη μία οικογενειακή σάγκα για τη Λατινική Αμερική γραμμένη επίσης στο ύφος του μαγικού ρεαλισμού.

Ίσως είμαι η μόνη που αναφέρω την Αλιέντε ως παρόμοια στο ύφος. Οι περισσότεροι παρομοιάζουν το στυλ του Μάρκες με Μπόρχες και Φώκνερ. Δεν διαφωνώ, πιστεύω όμως ότι η ατμόσφαιρα που καταφέρνει να δημιουργήσει θυμίζει περισσότερο το «Σπίτι των πνευμάτων». Η διαφορά του είναι ότι ο Μάρκες επιμένει ακόμη περισσότερο στον περιβάλλοντα χώρα, στις συνήθειες, τον τρόπο ζωής και τα ήθη της Λατινικής Αμερικής σε μια εποχή που έχει παρέλθει πια ανεπιστρεπτί. Ίσως για αυτόν τον λόγο να είναι τόσο γοητευτικό για τους Έλληνες αναγνώστες το «Εκατό χρόνια μοναξιά». Διότι περιγράφει κάτι εντελώς ξένο και άγνωστο προς εμάς με έναν εντελώς ιδιαίτερο τρόπο.

Παρ’ όλη τη γοητεία του, τείνω να συμφωνήσω με απόψεις άλλων κριτικών που θεωρούν τον «Έρωτα στα χρόνια της χολέρας» ακόμη καλύτερο και πιο μεστό βιβλίο. Εξάλλου δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα «Εκατό χρόνια μοναξιά» γράφτηκαν είκοσι χρόνια νωρίτερα. Όπως και να ’χει, όταν έχετε χρόνο και διάθεση για πιο δύσβατα, αλλά μαγευτικά αναγνωστικά μονοπάτια, αν δεν έχετε διαβάσει Μάρκες, ήρθε η ώρα να το κάνετε, επιλέγοντας όποιο από τα δύο βιβλία επιθυμείτε.

 


Βάϊος Κουκκόνης, Με βαριά ανάσα, εκδ. Πνοή

 

            Ένα μυθιστόρημα, εμπνευσμένο από αληθινά γεγονότα, καταθέτει ο συγγραφέας από τα Τρίκαλα της Θεσσαλίας, Βάϊος Κουκκόνης στο έργο του με τίτλο «Με βαριά ανάσα». Ο Κουκκόνης δεν είναι πρωτοεμφανιζόμενος στον χώρο, αφού έχει γράψει ως τώρα άλλα τρία μυθιστορήματα (Μόνος μαζί σου, Θα σε καλύψω και Κυνήγι τρούφας).

            Το μυθιστόρημα «Με βαριά ανάσα» είναι ένα μυθιστόρημα για το «χτικιό», για τη φυματίωση, την αρρώστια που μαζί με τη χολέρα και την ευλογιά ήταν εκείνη που στιγμάτισε περισσότερο από όλες το συλλογικό μνημονικό. Ο Κουκκόνης  έχοντας ως πρότυπο την αληθινή ιστορική φιγούρα του γενναίου γιατρού Γεωργίου Καραμάνη, ενός γιατρού που εργάστηκε με αυταπάρνηση κατά της φυματίωσης ιδρύοντας στα Χάνια του Πηλίου το 1909 το πρώτο ορεινό σανατόριο στην Ελλάδα, δημιουργεί τον μυθιστορηματικό χαρακτήρα Αλέξανδρο Πατραμάνη,  έναν άνθρωπο που, όπως και ο αληθινός γιατρός, έκανε σημαία της ζωής του τον αγώνα κατά της φυματίωσης. Ο Αλέξανδρος αψήφησε τις αντιδράσεις του κόσμου, οι οποίοι, όπως γίνεται συνήθως, δεν ήθελαν, φυσικά, τη δημιουργία μίας εστίας φυματικών στην περιοχή τους, και επέλεξε να αφοσιωθεί ολόψυχα στη φροντίδα των φυματικών. Στο πλάι του η Αφέτ- Μαρία, μία πρώην μουσουλμάνα που μεταστρέφεται στον χριστιανισμό, αλλά και η Δήμητρα, η μαγείρισσα Αργυρώ και άλλες γυναίκες που αψήφησαν τον θανάσιμο κίνδυνο και επέλεξαν να συνταχθούν μαζί του στον αγώνα του.

            Στο βιβλίο  η αφήγηση ξεκινά περί το έτος 1890, όταν η Θεσσαλία ως περιοχή είχε μόλις περάσει στη δικαιοδοσία του ελληνικού κράτους, αλλά γνώριζε τα σκαμπανεβάσματα της ήττας της Ελλάδος στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, και τελειώνει λίγο μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Οι ιστορικές αναφορές τόσο στην ελληνική ιστορία, όσο και στις συνθήκες λειτουργίας του σανατορίου στα Χάνια Πηλίου δεν είναι λεπτομερείς, αλλά χρησιμεύουν περισσότερο ως αφηγηματικό υπόβαθρο για την εξιστόρηση μιας υπόθεσης με πολλές ανατροπές. Το βάρος, δηλαδή, πέφτει κυρίως στις ανθρώπινες ιστορίες και στην απεικόνιση χαρακτήρων: ο αλτρουιστής Αλέξανδρος Πατραμάνης, η πονεμένη  και σκληρά χτυπημένη από τη μοίρα Αφέτ που χάνει την κόρη της από το χτικιό, ο μοχθηρός Ιωάννης Δαμασκηνός, η πραγματίστρια Δήμητρα, η μαγείρισσα Αργυρώ, ο λήσταρχος Μαρίνος και άλλοι πολλοί.

            Το δυνατό σημείο του βιβλίου, το δίχως άλλο, είναι η έξοχη απεικόνιση των πραγματικά εντελώς άθλιων συνθηκών ζωής των φτωχών Ελλήνων και Τούρκων στη Θεσσαλία στα τέλη του 19ου αιώνα. Επίσης, η εικόνα τω φυματικών παρουσιάζεται με ωμό ρεαλισμό.

Ο συγγραφέας παραθέτει στο τέλος του βιβλίου τις πηγές που χρησιμοποίησε για τη συγγραφή του εν λόγω βιβλίου, το οποίο αποτίει έναν φόρο τιμής στον  γενναίο γιατρό Γεώργιο Καραμάνη που ρισκάρισε τη ζωή του για να βοηθήσει τους φυματικούς. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο σανατόριό του οι συνθήκες διαβίωσης ήταν καλύτερες από εκείνες στο γνωστό Νοσοκομείο Σωτηρία της Αθήνας.