Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Αλάα Αλ-Ασουάνι, Τα δέντρα περπατούν στην Αλεξάνδρεια, εκδ. Πατάκη


 

Ένα βιβλίο-κόσμημα που καταγγέλλει τη δικτατορία-τότε και σήμερα

 

                Ένα από τα καλύτερα βιβλία που εκδόθηκαν στη χώρα μας το 2025 ήταν, αναντίρρητα, το βιβλίο του ξεχωριστού και πολύ αξιόλογου Αιγύπτιου συγγραφέα Αλάα Αλ-Ασουάνι, γεννημένου το 1957 στο Κάιρο, αλλά μετανάστη σήμερα στις ΗΠΑ από το 2019, λόγω διαφωνίας με το σύγχρονο αιγυπτιακό καθεστώς. Το μυθιστόρημα τιτλοφορείται με τον κάπως παράδοξο, είναι η αλήθεια, τίτλο «Τα δέντρα περπατούν στην Αλεξάνδρεια». Σε αυτό, όπως και στα άλλα του έργα, ο συγγραφέας  δηλώνεται και πάλι ευθέως ως σφοδρός πολέμιος του εθνικισμού, του θρησκευτικού φανατισμού και κάθε μορφής δικτατορίας, είτε αυτή προέρχεται από τον χώρο της δεξιάς, είτε της αριστεράς.

                Ομολογώ ότι έως τώρα δεν είχε τύχει να διαβάσω άλλο βιβλίο του συγκεκριμένου συγγραφέα, ούτε και το «Μέγαρο Γιακουμπιάν», το οποίο, όπως λέγεται, είναι και το πιο διάσημο από τα μέχρι τώρα έργα του. Όμως, μετά την πραγματικά υπέροχη αναγνωστική εμπειρία που είχα με το εν λόγω μυθιστόρημα, οπωσδήποτε θα αναζητήσω οπωσδήποτε και τα άλλα βιβλία του συγγραφέα, αφού σπάνια συναντάμε βιβλία που να μας ενθουσιάζουν τόσο σήμερα.

 Τι το τόσο ιδιαίτερο διαθέτει, λοιπόν, αυτό το βιβλίο που το κάνει τόσο ξεχωριστό; Μα ό,τι απαιτούμε να διαθέτει συνήθως ένα μυθιστόρημα προκειμένου να θεωρηθεί επιτυχημένο: υπέροχη γραφή-και μετάφραση, εφόσον πρόκειται για ξενόγλωσσο έργο -, ιστορική έρευνα-εφόσον πρόκειται για ιστορικό μυθιστόρημα ή μυθιστόρημα εποχής-, συναρπαστική υπόθεση, πλούτο ιδεών, πρωτοτυπία και πλήρη σκιαγράφηση των χαρακτήρων του μυθιστορήματος. «Τα δέντρα περπατούν στην Αλεξάνδρεια» διαθέτουν όλα τα παραπάνω στον υπερθετικό βαθμό.

Ο Αλάα Αλ-Ασουάνι καταγγέλλει πραγματικά με συγκλονιστικό τρόπο τη νασερική δικτατορία-με ευθεία αναλογία στην καταπίεση του σημερινού αιγυπτιακού καθεστώτος φυσικά- και την αδικαιολόγητη εχθρότητα που αυτό επέδειξε προς όλους τους «ξένους» Αιγυπτιώτες, οι οποίοι, όμως, είχαν μεγαλώσει στην Αλεξάνδρεια και αισθάνονταν Αλεξανδρινοί στην καταγωγή και δεμένοι με τον τόπο τους, όπως διαλαλούν οι ίδιοι περίτρανα σε κάποια σημεία του βιβλίου.

«Έζησα όλη μου τη ζωή πιστεύοντας πως είμαι Αιγύπτιος. Ούτε στιγμή δε σκέφτηκα πως ήμουν ξένος. Και για την επαγγελματική μου επιτυχία στον χώρο της βιομηχανίας, ένιωθα περήφανος ως Αιγύπτιος», θα ομολογήσει πικραμένος ένας από τους ήρωες του βιβλίου, ο εργοστασιάρχης Τόνυ Καζάν, για να του αποκριθεί πολύ ορθά ο φίλος του, ο Αιγύπτιος δικηγόρος Αμπάς: «Ένας δικτάτορας, βέβαια, μονοπωλεί τον πατριωτισμό και θέτει υπό αμφισβήτηση των πατριωτισμό των άλλων».

Οι δυο τους, ο Τόνυ και ο Αμπάς, αποτελούν μέλη του Συνεδρίου, μιας παρέας Αιγυπτίων και Ευρωπαίων που συναντιέται τα βράδια στο φημισμένο εστιατόριο του Γιώργου Αρτινού, αφού αυτό κλείσει, προκειμένου να συζητήσουν για ποικίλα θέματα, χωρίς πάντοτε να συμφωνούν, αλλά και να διασκεδάσουν. Η Νόα, σύζυγος του Αμπάς και θύμα των αλλαγών που επέφερε το νέο καθεστώς. Η Λήδα που διευθύνει το εστιατόριο, μαζί με τον Κάρλο Σαμπατίνι, τον Ιταλο-αιγύπτιο που τη βοηθά. Οι δυο τους, μαζί με τον Τόνυ, ως επιχειρηματίες είναι αναγκασμένοι να διατηρούν μία πιο συμβιβαστική στάση απέναντι στο καθεστώς-ως πότε όμως; Η Σαντάλ, η γαλλίδα διευθύντρια ενός από τα πιο ξακουστά βιβλιοπωλεία της Αλεξάνδρειας, μία επιτυχημένη εργένισσα. Και ο Ανάς, γνωστός ζωγράφος, υπέρμαχος της ελευθερίας και πολέμιος της προσωπολατρίας που βλέπει να αναπτύσσεται τελευταία γύρω από τον ηγέτη της χώρας.

Κοντά σε όλους αυτούς τους αστούς, ο συγγραφέας θα τοποθετήσει συνταγματάρχες του νασερικού στρατού, άλλοι από τους οποίους είναι φανατικοί υποστηρικτές του καθεστώτος και άλλοι όχι, απλούς Αιγυπτίους, γοητευτικές χορεύτριες και μπράβους της νύχτας, εργάτες, Ευρωπαίους μετανάστες και άλλους. Έτσι θα συμπληρωθεί το πλήρες πορτρέτο της πόλης της Αλεξάνδρειας εν έτει 1964, τότε που διαδραματίζονται τα γεγονότα του βιβλίου, δώδεκα χρόνια, δηλαδή, μετά από την άνοδο στην εξουσία του Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ. Η Αραβική Σοσιαλιστική Ένωση θα στραφεί, σιγά σιγά, ενάντια σε όλα τους «ξένους» στις πόλεις, αλλά και ενάντια στους εργοστασιάρχες και ιδιοκτήτες επιχείρησης. Ο συγγραφέας παρουσιάζει τον νασερικό κλοιό να σφίγγει ολοένα και περισσότερο καθώς περνάει ο καιρός  και τις ζωές των μελών του Συνεδρίου να αλλάζουν ριζικά χωρίς οι ίδιοι να μπορούν να κάνουν το παραμικρό για να αποτρέψουν τις δυσμενείς για αυτούς εξελίξεις. Διότι ακόμη και ο ελεύθερος έρωτας θα τεθεί υπό αμφισβήτηση σε μία Αλεξάνδρεια όπου οι αρχές της μυστικής αστυνομίας, αλλά και απλοί πολίτες παρακολουθούν διαρκώς τους «αντιφρονούντες».

Ο Αλάα Αλ –Ασουάνι περιγράφει αριστοτεχνικά τον περιβάλλοντα χώρο, δηλαδή την Αλεξάνδρεια, τις αλλαγές που αυτή βίωσε κάτω από τη νασερική κυριαρχία, αλλά και τις ζωές των πρωταγωνιστών του που ζουν, συγκρούονται μεταξύ τους αντιπαρατιθέμενοι σε συζητήσεις, ερωτεύονται, μα πάνω απ’ όλα ζουν και ελπίζουν σε μία πόλη που λατρεύουν, μία πόλη που γίνεται, όμως, όσο περνά ο καιρός ολοένα και πιο εχθρική και ξένη απέναντί τους, μία Αλεξάνδρεια που αλλάζει τόσο πολύ σε σχέση με παλιά, που ακόμη και τα δέντρα θα αρχίσουν σε λίγο να περπατούν σε αυτή…

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Richard A. Billows, Πριν και μετά από τον Αλέξανδρο, εκδ. πατάκη

 

Πολλά έχουν γραφτεί για τον Φίλιππο, τον Αλέξανδρο και τους διαδόχους του  Αλεξάνδρου, τόσο από Έλληνες, όσο και από ξένους συγγραφείς και εξίσου πολλά από αυτά που γνωρίζουμε έχουν αναθεωρηθεί από τη νεώτερη ιστοριογραφία σήμερα. Εντούτοις, το παρόν πόνημα του Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Κολούμπια Richard A. Βillows, δεν είναι ένα ακόμη από τα πολλά βιβλία που κυκλοφορούν στο εμπόριο σχετικά με τη μακεδονική ιστορία και την ιστορία των ελληνιστικών χρόνων, αλλά ένα ευκολοδιάβαστο βιβλίο που μπορούν όλοι να διαβάσουν, κι ας μην διαθέτουν την ιδιότητα του ιστορικού. Επιπροσθέτως, πρόκειται για ένα βιβλίο που καταρρίπτει αρκετούς μύθους και αναθεωρεί κάποιες καθιερωμένες απόψεις της παλιάς ιστοριογραφικής σχολής.

            Στα θετικά του βιβλίου πρέπει να συγκαταλεγεί η περιληπτική απόδοση κάποιων θεμάτων- αλλά και η εκτενής αναφορά, από την άλλη, σε κάποια άλλα θέματα-, ο συναρπαστικός τρόπος γραφής, διόλου επιτηδευμένος και δύσκολος για τον υποψήφιο αναγνώστη που στερείται γνώσεων ιστορίας, αλλά και η αντικειμενικότητα του συγγραφέα, ο οποίος, καθότι μη Έλληνας, κατορθώνει και διατηρεί μία απόσταση από τα γεγονότα, απαλλαγμένη από τους συναισθηματισμούς που αναπόφευκτα θα πλημμυρίσουν τον Έλληνα ιστορικό που ασχολείται με ένα τέτοιο θέμα.

Προσωπικά απολαμβάνω τα μέγιστα να διαβάζω ελληνική ιστορία γραμμένη από ξένους συγγραφείς, για ακριβώς αυτόν τον λόγο που προανέφερα. Επίσης, δεν έχω διαβάσει πουθενά αλλού τόσο αποστομωτική και τόσο καλά τεκμηριωμένη απάντηση στο επίμαχο ζήτημα εάν ήταν οι Μακεδόνες ήταν τελικά Έλληνες ή όχι. Ο Έλληνας αναγνώστης, βέβαια, μπορεί να θεωρήσει ότι δεν υφίστατο καν τέτοιο ερώτημα και ότι ο συγγραφέας ματαίως ασχολείται με ένα τέτοιο «λυμένο εξολοκλήρου», για εμάς τους Έλληνες ζήτημα. Κι όμως, η προσέγγισή του σχετικά με αυτό το ζήτημα είναι σωστά τεκμηριωμένη και σοφή: οι Μακεδόνες μπορεί να μην ήταν φυλετικά Έλληνες, από άποψη καταγωγής τουλάχιστον, μιας και η καταγωγή που φέρεται να έλκουν από τους Αργείους βασιλείς αποδεικνύεται μάλλον πλαστή, όμως από πολιτισμική και γλωσσολογική άποψη σίγουρα ήσαν Έλληνες, αφού η μακεδονική δεν είναι παρά μία από τις ελληνικές διαλέκτους, τα ονόματα των Μακεδόνων ήταν, φυσικά, ελληνικά και η γλώσσα και ο πολιτισμός που τελικά διέδωσαν στα βάθη της Ασίας ήταν ελληνικά.

Πέρα από αυτό το θέμα, το οποίο αναλύει διεξοδικά στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του που αναφέρεται στη Μακεδονία πριν από τον Φίλιππο τον Β΄, ο συγγραφέας αφιερώνει μεγάλο μέρος του βιβλίου του στα παιδικά χρόνια, τις μεταρρυθμίσεις, τη βασιλεία και το ποιόν του μεγαλύτερου βασιλιά της Μακεδονίας: όχι του Αλέξανδρου, όπως έχουμε συνηθίσει να λέμε, αλλά του Φιλίππου, ο οποίος αποδεικνύεται τελικά περισσότερο Μέγας από τον γιο του, είτε μας αρέσει, είτε όχι. Και αυτό διότι ο Φίλιππος ήταν ο γίγαντας πάνω στον οποίο πάτησε ο Αλέξανδρος προκειμένου να υλοποιήσει το κατακτητικό του πρόγραμμα- το οποίο, βέβαια, δεν αποτελούσε σχέδιο του Αλέξανδρου, αλλά του Φιλίππου, απλώς αυτός δεν πρόλαβε να το υλοποιήσει.

Ο συγγραφέας με διόλου σαθρά επιχειρήματα αναλύει τις τιτάνιες προσπάθειες που κατέβαλε ο Φίλιππος προκειμένου να ιδρύσει το μακεδονικό κράτος σχεδόν από την αρχή και στην τεράστια επιρροή που είχε ως προσωπικότητα και ως πανάξιος βασιλιάς, ακόμη και μετά από τον θάνατό του. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι όλοι οι μεγάλοι στρατηγοί του Αλεξάνδρου, αλλά και ο ίδιος ο Αλέξανδρος, είχαν μαθητεύσει κοντά στον μεγάλο στρατηγό και μεταρρυθμιστή του στρατού Φίλιππο.

Στην ίδια τη βασιλεία του Αλέξανδρου ο Billows στέκεται κάπως λιγότερο, αφού θεωρεί ότι ακόμη περισσότερο μελάνι έχει χυθεί για την εκστρατεία του Αλεξάνδρου στην Ανατολή. Στέκεται, όμως, στην αναθεώρηση κάποιων μύθων που σχετίζονται με τη βασιλεία του και στην ενδελεχή σκιαγράφηση της προσωπικότητάς του.

Ακολούθως, αφιερώνει τα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου του στους πολέμους των διαδόχων και στον πολιτισμό των ελληνιστικών χρόνων, έναν πολιτισμό ο οποίος διατηρήθηκε από τους μεταγενέστερους  κατακτητές Ρωμαίους, αλλά και κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, καλυμμένος από το απαραίτητο χριστιανικό πέπλο της εποχής.

Εξαίρετο από κάθε άποψη, το παρόν πόνημα συγκατελέγεται αναντίρρητα στα καλύτερα ιστορικά βιβλία που εκδόθηκαν τη χρονιά που μας πέρασε.

Λύντια Τρίχα, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Ο εμπνευστής του συνταγματικού κράτους, εκδ. πατάκη

 

Η αποκατάστασης της μνήμης ενός αδικημένου της Ιστορίας

 

            Στην αφήγηση της ιστορίας της Ελληνικής Επανάστασης υπάρχει, πολλές φορές, μία τάση να εξυμνούνται μονάχα οι αγωνιστές της ελευθερίας, όπως για παράδειγμα ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ή ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, και να λησμονιέται η συμβολή άλλων Ελλήνων στον τομέα, π.χ. της πολιτικής και της διπλωματίας. Φυσικά κανείς δεν υπονοεί ότι η συνεισφορά των αγωνιστών του 1821 δεν ήταν άκρως σημαντική για την επιτυχία της επανάστασης, οφείλουμε, όμως, να λαμβάνουμε υπόψη μας ότι οι προσπάθειες των Ελλήνων να ιδρύσουν ένα εθνικό κράτος δεν θα είχαν ληφθεί υπόψη στα σοβαρά από τις Μεγάλες Δυνάμεις αν δεν υπήρχε, παράλληλα με τη στρατιωτική, η πολιτική και διπλωματική εκπροσώπηση της χώρας. Για τον λόγο αυτόν, η παρουσία των πολιτικών, όπως ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ήταν κι αυτή εξίσου απαραίτητη και η συνεισφορά τους στον Αγώνα, ακόμα κι αν ήρθαν σε σύγκρουση κάποιες φορές με τους αγωνιστές, διόλου αμελητέα σε ό,τι αφορά τη σπουδαιότητά της.

            Ένας από τους περισσότερο αδικημένους πολιτικούς, επομένως, είναι και ο Μαυροκορδάτος. Αυτό συμβαίνει, σύμφωνα με τη συγγραφέα Λύντια Τρίχα, διότι, αφενός ήταν Φαναριώτης-και οι Φαναριώτες ήταν μία κοινωνική τάξη που πολλές φορές τάχθηκε με το μέρος των Οθωμανών κατά τη διάρκεια της επανάστασης- και αφετέρου διότι έλαβε μέρος στους εμφυλίους πολέμους της Ελληνικής Επανάστασης και δεν δίστασε να συγκρουστεί με μεγάλες προσωπικότητες όπως π.χ. ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Ιωάννης Καποδίστριας, ή ο Ιωάννης Κωλέττης.

            Προτού καταδικάσουμε, όμως, τον Μαυροκορδάτο, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε το αναντίρρητο γεγονός ότι καμία μεγάλη προσωπικότητα της Ιστορίας που άφησε μεγάλο έργο πίσω της δεν ήταν αλάνθαστη. Κάτι τέτοιο είναι ανθρωπίνως δυνατόν. Ποιος από τους παρακάτω δεν έκανε τρανταχτά λάθη, αλλά δεν έμεινε, συγχρόνως, στην Ιστορία; Μέγας Ναπολέων, Ιουστινιανός, Μέγας Θεοδόσιος, Περικλής, Μέγας Κωνσταντίνος, Ελευθέριος Βενιζέλος, Χαρίλαος Τρικούπης, Ουίνστον Τσόρτσιλ και πόσοι άλλοι ακόμη… Ο κατάλογος μοιάζει κυριολεκτικά ατέλειωτος αν ανακαλέσουμε στη μνήμη μας τα πεπραγμένα των εν λόγω ανδρών, τα λάθη, αλλά και τα επιτεύγματά τους.

Η διακεκριμένη νομικός και μελετητής της νεοελληνικής Ιστορίας μας Λύντια Τρίχα δεν είναι η πρώτη φορά που επιδίδεται στη συγγραφή μιας πλήρους, αναλυτικής, πολυσέλιδης, αλλά και έγκυρης βιογραφίας, όπως αυτή του Μαυροκορδάτου. Είχε προηγηθεί η αφήγηση της ζωής ενός άλλου μεγάλου Έλληνα πολιτικού, του Χαρίλαου Τρικούπη. Η βιογραφία, επομένως, του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου ακολουθεί την ίδια οδό: λεπτομερής ανάλυση της ζωής του βιογραφούμενου με κάθε λεπτομέρεια μετά από ενδελεχή μελέτη των πρωτογενών και των δευτερογενών πηγών, χρήση γλώσσας γλαφυρής και ζωντανής με κομψές και όχι υπερβολικά εκτενείς περιγραφές, προσπάθεια κατανόησης της προσωπικότητας του βιογραφούμενου και επεξήγησης των κινήσεων και των πράξεων στις οποίες προέβη, αναλυτική περιγραφή της εποχής κατά την οποία έζησε ο βιογραφούμενος, των τόπων όπου έδρασε, αλλά και των πολιτικών γεγονότων που συνέβησαν κατά τη διάρκεια της ζωής του, προσπάθεια ανίχνευσης, αλλά και ερμηνείας, από μέρους της συγγραφέως των αιτιών για τις οποίες ο βιογραφούμενος έδρασε έτσι όπως έδρασε.

Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι ένας μνημειώδες έργο το οποίο οφείλει να κοσμεί τη βιβλιοθήκη κάθε ιστορικού και σπουδαστή της Ιστορίας, αλλά και κάθε ερασιτέχνη ιστοριοδίφη. Όλοι θα νιώσουν ότι γνώρισαν καλύτερα τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο μετά το πέρας της ανάγνωσης της παρούσας βιογραφίας.

Μετά τον σύντομο πρόλογο και τις ευχαριστίες, η συγγραφέας στην εισαγωγή του βιβλίου της εξηγεί τους λόγους για τους οποίους ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος (1791-1865) κατέληξε να είναι μία αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, στην καλύτερη περίπτωση, και ένας προδότης, στη χειρότερη. Η αλήθεια είναι ότι ο άντρας αυτός ήταν μία μεγάλη προσωπικότητα με προσήλωση στις συνταγματικές αρχές, ο οποίος μπορεί να λάτρευε μεν την εξουσία, αλλά κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει το γεγονός ότι λάτρευε και την πατρίδα του. Και αυτό φυσικά αποδεικνύεται από το γεγονός ότι αμέσως μετά από το ξέσπασμα της επανάστασης ο Μαυροκορδάτος, που βρισκόταν τότε στην Πίζα, αμέσως τα άφησε όλα πίσω του και έσπευσε να έρθει στην Ελλάδα προκειμένου να οργανώσει τη νεοσύστατη ελληνική πολιτεία που θα διηύθυνε την επανάσταση.

Η συγγραφέας εξιστορεί με αμεσότητα τα παιδικά και τα νεανικά του χρόνια στην Κωνσταντινούπολη, στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, στη Γενεύη και στην Πίζα όπου απέκτησε τη διοικητική και τη διπλωματική του εμπειρία παρά τον θείο του Ιωάννη Καρατζά, τις καταβολές του και τα αναγνώσματά του που τον μετέτρεψαν σε οπαδό του συνταγματικού κράτους δικαίου με βάση το αγγλικό πολιτειακό πρότυπο, τη φιλία του με μεγάλους και σημαντικούς ανθρώπους, όπως τη Μαίρη Σέλεϋ, τον Σπυρίδωνα Τρικούπη και άλλους πολλούς, τη δράση του στην επαναστατημένη Ελλάδα, τα λάθη του, τη συμβολή του στη διαμόρφωση των πρώτων επαναστατικών συνταγμάτων της χώρας μας και του Συντάγματος του 1844, μέχρι και τις δύο σύντομες πρωθυπουργίες του και τα τελευταία του χρόνια που έζησε ως σχεδόν τυφλός και σεβάσμιος γέροντας.

Τα τρία κύρια χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του μπορούν να συνοψιστούν, σύμφωνα με τη συγγραφέα, σε τρία επίθετα: αισιόδοξος, φιλόδοξος και πατριώτης. Και καταλήγει η Λύντια Τρίχα στον επίλογο του βιβλίου της:

«Αυτός λοιπόν ήταν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, που με τον χαρακτήρα και τη δράση του άφησε έντονο το αποτύπωμά του, κυρίως κατά την Επανάσταση, αλλά όχι μόνο. Αριστοκρατικής καταγωγής, φιλελεύθερος και ρεαλιστής, με προτερήματα και ελαττώματα, ένας μαχητής με ισχυρό χαρακτήρα, μεγάλη εργατικότητα και απίστευτη μόρφωση, ένας πολιτικός που ήξερε επακριβώς τι είδους κράτος ήθελε να είναι η Ελλάδα και ποιον προσανατολισμό να έχει. Η υλοποίηση των οραμάτων του μπορεί να μην έγινε πάντα όπως ακριβώς την επιδίωξε και συχνά να μην ήταν επωφελής για τον ίδιο, κατάφερε όμως να συντελέσει όσο κανείς άλλος στη σύσταση ενός συνταγματικού κράτους στραμμένου προς τη Δύση».

Αργυρώ Μαντόγλου, Ένας δικός της δρόμος, εκδ. Καστανιώτη

 


 

            Τρεις γυναίκες σε τρεις διαφορετικές εποχές που αποζητούν τρόπο να χαράξουν τον δικό τους δρόμο, στη ζωή, αλλά και στην ίδια την Ιστορία… Γυναίκες που έπεσαν θύματα του καιρού τους, γυναίκες που αποζητούν τον αληθινό τους εαυτό και την ευτυχία. Μία γυναίκα διάσημη, μία άγνωστη, δίχως ταυτότητα και μία που ήθελε να γίνει αναγνωρισμένη και το κατάφερε μονάχα εν μέρει. Τις ιστορίες αυτών των τριών γυναικών μας αφηγείται η βραβευμένη συγγραφέας και μεταφράστρια Αργυρώ Μαντόγλου στο νέο της βιβλίο με τίτλο «Ένας δικός της δρόμος».

            Δεν πρόκειται για μυθιστόρημα, αλλά για «τρεις ιστορίες σε άλλο χρόνο», όπως μας λέει ο υπότιτλος του βιβλίου, που συνδέονται νοηματικά.

Ζάκυνθος, 1823.

«Ελευθερία, αν είχα ελευθερία, θα είχα άραγε και τη «μελαγχολική μούσα» συντροφιά, αν δεν είχα τη βάσανο, θα χρειαζόμουν άραγε τη συνδρομή της; Και αν αυτή η ανάγκη προκύπτει μόνο μέσα στον εγκλεισμό, αν ο ανοιχτός ορίζοντας σκορπίζει τη σκέψη, αν ο φρέσκος αέρας καθαρίζει τη ψυχή και τον νου και οι πνευματικές ανησυχίες αποδειχτούν αχρείαστες συνήθειες;»

Τέτοιες –απαισιόδοξες και μελαγχολικές- σκέψεις κάνει η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου, μία από τις πρώτες Ελληνίδες πεζογράφους, η οποία παραμένει, όμως, σήμερα, γενικά άγνωστη στο ευρύ κοινό. Η Ελισάβετ καταγόταν από μία εύπορη οικογένεια της Ζακύνθου. Από μικρή είχε επιδείξει μεγάλη έφεση στα γράμματα και αρνήθηκε να παίξει τον πατροπαράδοτο ρόλο που επιφυλασσόταν εκείνη την εποχή για τις γυναίκες της τάξης της-δηλαδή γάμος από οικονομικό συμφέρον και πολλά παιδιά. Τελικά, όμως, μετά από άρνηση των δικών της να την αφήσουν να παραμείνει ανύπαντρη και να ασχολείται με τα γραπτά της, η ίδια συμφώνησε να παντρευτεί τον Νικόλαο Μαρτινέγκο. Στάθηκε όμως άτυχη, καθώς πέθανε σε ηλικία μόλις τριάντα ενός ετών μετά από επιπλοκές στον τοκετό.

Τη μελαγχολική και δυστυχισμένη ζωή μιας γυναίκας που δεν μπόρεσε να κάνει ό,τι ήθελε-να γράψει,  να δουλέψει, να ταξιδέψει-αυτήν ακριβώς προσπαθεί να αποτυπώσει η Μαντόγλου στο πρώτο από τα διηγήματα του βιβλίου της. Και το καταφέρνει: οι γεμάτες απόγνωση και απαισιοδοξία για τη θέση της γυναίκας σελίδες που θα μας συγκλονίσουν διαβάζοντάς της, μοιάζουν σαν να έχουν γραφτεί από την ίδια την Ελισάβετ, και όχι από τη Μαντόγλου, τόσο καλά καταφέρνει η τελευταία να διεισδύσει στον ψυχισμό μιας γυναίκας θύμα της εποχής της.

Εύβοια, 1906.

«Δεν ρώτησε, ούτε της είπαν κάτι για το τουρκικό όνομα του κτήματος, φαντάστηκε ότι ήταν κι αυτό απομεινάρι της Τουρκοκρατίας, υπήρχαν πολλά κατάλοιπα στη γλώσσα των χωρικών, στις μαντίλες των γυναικών, στα πικάντικα φαγητά αλλά και στην υπόγεια βία, που την ένιωθες εδώ πάνω παρά την ομορφιά του τοπίου, τα τόσα άγνωστα άνθη, η ύπαιθρος διάσπαρτη από ανοίκεια φυτά, ήχους πουλιών και ίχνη αυτόχθονων, κατακτητών, περαστικών και φυγάδων. Κάπου κοντά, της είπαν, υπήρχε το ερείπιο ενός γκρεμισμένου κάστρου, απομεινάρι των Βενετσιάνων, ένα τζαμί αλλά και τα σπασμένα μάρμαρα ενός αρχαιοελληνικού ναού. Όπου κι αν κοιτάξεις σ’ ετούτη τη γη υπάρχουν ίχνη παλαιότερων πολιτισμών».

Αυτές είναι οι σκέψεις μιας διάσημης λογοτέχνιδας, της Βιρτζίνια Γουλφ, για τη χώρα μας την οποία επισκέφθηκε δύο φορές κατά τη διάρκεια της ζωής της, μία το 1906 και μία το 1936. Για την πρώτη της αυτή επίσκεψη, η οποία έγινε μετά από πρόσκληση της φίλης της Ιρέν Νόελ, τα στοιχεία δεν είναι πολλά, η συγγραφέας, όμως, συμπληρώνει θαυμάσια στο διήγημά τις ημερολογιακές καταγραφές της Βιρτζίνια με τη φαντασία της, η οποία παραμένει, πάντως, πάντοτε πιστή στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής και στον χαρακτήρα της συγγραφέως.

Βενετία, σήμερα

«Προχώρησε μέχρι που βρέθηκε μπροστά σε μία γιγάντια γέφυρα, ετούτη δεν γινόταν αν την παρακάμψει. Πάγωσε από τον φόβο, κρατήθηκε από έναν κίονα στην άκρη, αλλά βήμα δεν έκανε, αν τη ξανά η παλιά φοβία, νόμιζε ότι την είχε ξεπεράσει, πρώτη φορά της είχε συμβεί στα φοιτητικά της χρόνια σε μια ξένη πόλη, κάθε που έπρεπε να πάει στον φίλο της στην άλλη όχθη έβαζε στοίχημα με τον εαυτό της ότι θα καταφέρει να διασχίσει τη γέφυρα χωρίς στάσεις και χωρίς ενδοιασμούς, ένας αγώνας ήταν, τώρα μαζί με την αλαλία ήρθε και η παλιά γεφυροφοβία, οι δύο εκδικητικές ερινύες  της την καταδίωκαν και τη βρήκαν ξανά εδώ,  σ’ αυτή την υδάτινη, μυστηριώδη πόλη».

Πρόκειται για το τρίτο διήγημα της συλλογής, το διήγημα που τα βάζει όλα στη θέση του. Μια γυναίκα επισκέπτεται την πόλη των Δόγηδων, τη γοητευτική Βενετία στο πλευρό του αρχαιολόγου εραστή της, ο οποίος πραγματοποιεί ανασκαφές εκεί σχετικά με τον τάφο μίας γυναίκας από τον Μεσαίωνα, η οποία βρέθηκε θαμμένη με μία πέτρα στο στόμα. Η γυναίκα θα περιδιαβεί τη μαγευτική Βενετία και τα κανάλια της θα τη βοηθήσουν να χαράξει τον δικό της δρόμο στη ζωή.

Το τότε και το σήμερα σε έναν γόνιμο διάλογο με άφθονους συμβολισμούς, τρεις ιστορίες που αναζητούν τη μεταξύ τους σύνδεση, αλλά και μία γερή δόση Ιστορίας για όσους δεν γνωρίζουν πολλά για τις ζωές της Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου και της Βιρτζίνια Στίβεν-Γουλφ.