Δευτέρα 13 Μαΐου 2024

Εύα Μαθιουδάκη, Σώμα ερωτικό, Η ιστορία μιας μεταφράστριας, εκδ. Καστανιώτη

 

Ένα βιβλίο αφιερωμένο στη ζωή μιας μεταφράστριας δεν θα μπορούσε παρά να είναι φόρος τιμής όχι μόνο για την ίδια, αλλά και για τα βιβλία, τη συνήθεια της ανάγνωσης και τη λογοτεχνία γενικότερα. Διότι μία μεταφράστρια δεν θα μπορούσε παρά να αγαπά τα βιβλία. Τέτοια περίπτωση ήταν και η, άγνωστη σχετικά, στο ελληνικό βιβλιοφιλικό κοινό μεταφράστρια Στέλλας Βουρδουμπά, η οποία συνέστησε στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό των μέσων του εικοστού αιώνα μεγάλα έργα της ρωσικής και τη γαλλικής, κυρίως, λογοτεχνίας. Μερικές μόνο από τις εκδόσεις με τις οποίες συνεργάστηκε ήταν οι εκδόσεις Λυχνάρι, οι εκδόσεις Γκοβόστη, οι εκδόσεις Δαρεμά, οι εκδόσεις Ζαχαρόπουλος, οι εκδόσεις Δωρικός κ.α. Η Στέλλα όμως υπήρξε μεταφράστρια και έργων τύπου Βίπερ αλλά και γυναικείων περιοδικών. Τη ζωή επομένως, της μεγάλης αυτής προσωπικότητας στον χώρο των μεταφράσεων μεταπλάθει μυθιστορηματικά και καταθέτει η Κρητικιά συγγραφέας Εύα Μαθιουδάκη.

 

Η Στέλλα Βουρδουμπά, με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη, έζησε στα Χανιά και κατόπιν μετοίκησε στην Αθήνα και το Παρίσι. Στη γαλλική πρωτεύουσα, όπου θα βρεθεί ως σύζυγος, θα εντρυφήσει στη γαλλική γλώσσα, προτού βρεθεί ξανά στην Αθήνα, ερωτευμένη με έναν αμετανόητο αριστερό. Εκεί θα καταλήξει να βιοπορίζεται μεταπολεμικά και μετεμφυλιακά ως μεταφράστρια, αφού, όμως, έχει συμμετάσχει, κατά τα προηγούμενα χρόνια, ως αγωνίστρια στην αντίσταση.

 

Η αλήθεια είναι το έργο των μεταφραστών, αν και εξαιρετικά δύσκολο και απαιτητικό, περνάει συνήθως απαρατήρητο, σε σχέση τουλάχιστον με το καθεαυτό έργο του εκάστοτε συγγραφέα. Και η Μαθιουδάκη, μέσα από το «Σώμα ερωτικό» και την αφήγηση της ζωής της Στέλλας, αναδεικνύει τις δυσκολίες τις οποίες συναντά ένας μεταφραστής και αποδεικνύει πόσο δύσκολο είναι να ασκήσει κάποιος ικανοποιητικά το απαιτητικό αυτό επάγγελμα. Και η Στέλλα ήταν, αναντίρρητα, ένας άνθρωπος που λάτρευε, όπως φαίνεται το διάβασμα και τα βιβλία.

 

«Σημαντικό είναι ένα έργο τέχνης, όταν σε κάνει να συμμετέχεις σε όσα αφηγείται, είτε πρόκειται για κείμενο είτε για πίνακα ζωγραφικής. Ακόμη και στο πιο δυσνόητο βιβλίο αρκεί να βρεις το σημείο τομής και να αποτελέσεις μέρος του. Να μιλήσει μέσα σου, να διατηρήσεις μια κρυφή επικοινωνία μαζί του χρόνια μετά το διάβασμά του. Σαν η ανάγνωση του να συνεχίζεται στο διηνεκές, διαμορφώνοντάς σε υπόγεια και μυστικά, σχεδόν, άθελά σου. Γι’ αυτό παρομοιάζω τα βιβλία με τους φίλους, Μαρία. Πολλοί περνούν χωρίς να σταθούν δίπλα μας, ένας όμως βρίσκεται στον δρόμο μας και μας αλλάζει τη ζωή»

 

Η Εύα Μαθιουδάκη φαίνεται να επιχείρησε τη συγγραφή του συγκεκριμένου πονήματος αφενός επειδή η Βουρδουμπα υπήρξε στενή φίλη του πατέρα της συγγραφέως, αλλά και επειδή ήθελε να αποτίσει φόρο τιμής το έργο της και να τη γνωρίσει στο ελληνικό κοινό. Και, να μη τι άλλο, πετυχαίνει το στόχο της, αφού το βιβλίο της αποτελεί έναν ύμνο στα βιβλία και όχι μόνο στη μεταφράστρια, εφόσον περιλαμβάνει, πέρα από την εξιστόρηση της ζωής της Στέλλας, και πολλές  αναφορές στα έργα που η ίδια μετέφρασε, π.χ. της Μπέτυ Σμιθ, του Τόμας Μπέκετ, Ανρί Μπαρπύς κ.α. Πρόκειται επομένως για ένα βιβλίο που ασχολείται και μιλάει για άλλα βιβλία, αλλά και για την αγάπη που μπορεί να τρέφει κανείς για αυτά.

 

«Ανακαλώντας αυτή την πρώτη ανάμνηση, θα τολμούσα να πω ότι τα βιβλία ήταν μέρος της προσωπογραφίας της, λάδι σε καμβά. Και ήταν στη μέση η Στέλλα, μια μπλε Μαντόνα των Βιβλίων. Κι όπως όταν διαβάζω μια ιστορία δεν περιορίζομαι σε αυτήν αλλά στον μαγικό κόσμο που μου ανοίγει, έτσι κι εκείνο το απόγευμα νόμισα ότι βρέθηκα στη σπηλιά του Αλαντίνου»

 

Με μία τέτοια γλώσσα, ποιητική, γλαφυρή και με μια αφήγηση ασυνήθιστη, όχι πάντα γραμμική, μας αφηγείται την ιστορία της Στέλλας η Μαθιουδάκη. Χωρίζει το βιβλίο της σε τρία διακριτά μέρη και επιφυλάσσει μία μεγάλη έκπληξη για τους αναγνώστες της στο τέλος του πονήματός της.

Σάββατο 11 Μαΐου 2024

C.H. Woodhouse, Εις οιωνός, εκδ. Παπαδόπουλος

 


Ο Βρετανός ιστορικός, απόφοιτος του τμήματος κλασικών σπουδών της Οξφόρδης C.M. Woodhouse είναι ιδιαίτερα γνωστός και αγαπητός στην Ελλάδα κυρίως μέσα από τα ιστορικά έργα του, τα οποία αφορούν τη χώρα μας (Το Μήλον της έριδος, εκδ. Μίνωας 2021, Καποδίστριας, εκδ. Μίνωας 2020, Φιλέλληνες, εκδ. Μίνωας , 2020, Ο αγώνας για την Ελλάδα, εκδ. Τουρίκη, 2012, Η ναυμαχία του Ναυαρίνου, εκδ. Καστανιώτη, 2016, 1821, ο πόλεμος της ελληνικής ανεξαρτησίας, εκδ. Παπαδόπουλος, 2020 κ.α.).

 

 Ο πέμπτος βαρόνος του Τέρινγκτον, γνωστός ως «Κρις» ή «Μόντι» υπήρξε μέλος της SOE (Special Operations Executive), μιας ειδικής οργάνωσης του τότε νεοσύστατου στο Ηνωμένο Βασίλειο Υπουργείο Οικονομικού Πολέμου, που ιδρύθηκε το 1940. Έτσι ο «Μόντι» ήρθε στην Ελλάδα και κατέληξε να γίνει ενεργό μέλος της ελληνικής αντίστασης, να γνωρίσει από κοντά και να πολεμήσει τους Γερμανούς μαζί με τον Άρη Βελουχιώτη και τον Ναπολέοντα Ζέρβα. Αξίζει να σημειωθεί ότι λίγο πριν από τον θάνατό του, το 2001, ο Woodhouse, πλην του μεγάλου συγγραφικού έργου του, μετέφρασε στην αγγλική γλώσσα τη δεκάτομη ιστορία του ευρωπαϊκού πνεύματος του Παναγιώτη Κανελλόπουλου.

 

Το «Εις οιωνός» δεν είναι από τα γνωστότερα έργα του, διότι δεν είναι έργο αμιγώς ιστορικό.  Επισκιάζεται, επομένως, από τη μεγάλη ιστοριογραφική παραγωγή του συγγραφέα, σε καμία περίπτωση όμως, δεν είναι κατώτερό της. Πρόκειται για μία συλλογή δεκατεσσάρων διηγημάτων τα οποία όμως αποτελούν, συγχρόνως, και πρωτογενή ιστορική πηγή, αφού διαδραματίζονται στα ελληνικά βουνά την περίοδο της γερμανικής κατοχής και αντίστασης.

 

Πρόκειται για ιστορίες γραμμένες με το γνωστό άφθονο βρετανικό χιούμορ με ήρωες αληθινούς, κατά βάση, οι οποίοι όμως, χάριν «ποιητικής αδείας» ενεργούν πολλές φορές και σε κάποιο φανταστικό πλαίσιο. Οι ιστορίες αυτές, επομένως, ακροβατούν μεταξύ μύθου και πραγματικότητας, η έμπνευσή τους, όμως, βασίζεται κυρίως σε ιστορικά γεγονότα, έτσι όπως τα βίωσε ο ίδιος ο Woodhouse κατά τη διάρκεια της αντίστασης.

 

Ο «Άγγλος» όπως αναφέρεται στα διηγήματα αυτά, δεν είναι άλλος από τον ίδιο  τον συγγραφέα, ενώ ο «Αμερικανός», ο Αμερικανός ταγματάρχης Jerry Wines, εκπρόσωπος της Συμμαχικής Αποστολής και καλός φίλος του Συνταγματάρχη Woodhouse. Όσο για τον μπάρμπα –Σταύρο, αυτός δεν είναι άλλος από τον μπάρμπα Νικόλαο Μπέη, έναν αγωνιστή της ομάδας του Woodhouse. Κοντά σε αυτούς συνυπάρχουν και άλλοι ανώνυμοι ήρωες, απλοί και καθημερινοί Έλληνες της εποχής, βοσκοί, χωρικοί κ.α.

 

Ο τίτλος του βιβλίου είναι εμπνευσμένος από το γνωστό αρχαίο απόφθεγμα της Ιλιάδος «Εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης». Το «Εις οιωνός» εκδόθηκε το 1950 και περιλάμβανε δώδεκα ηθογραφικές ιστορίες για την κατοχή, βασισμένες στις περιπέτειες που ο ίδιος ο «Μόντι» έζησε στα ελληνικά βουνά. Αργότερα, όμως, ανακαλύφθηκαν ακόμη δύο, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στην παρούσα ελληνική έκδοση.

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι  ο ίδιος ο «Μόντι» γράφει στον πρόλογο του βιβλίου του, στην έκδοση του 1950:

 

«Κανένας από τους χαρακτήρες στις παρακάτω δώδεκα ιστορίες δεν αποτελεί αμιγώς προϊόν μυθοπλασίας, ούτε τα περιστατικά που περιγράφονται είναι εντελώς φανταστικά»

 

Η φράση αυτή του ίδιου του συγγραφέα τονίζει τον υβριδικό χαρακτήρα του πονήματός του, ενός πονήματος που σκιαγραφεί με σαφήνεια πολλές πλευρές της ελληνικής αντίστασης, της αυτοθυσίας του ελληνικού λαού και τις δυσκολίες και την ακραία, πολλές φορές, φτώχεια, που αυτός βίωσε στην ύπαιθρο κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα άγνωστο ιστορικό, μέχρι τώρα, ντοκουμέντο το οποίο αποτελεί μία αξιόλογη συμβολή στην σαφή απεικόνιση της ζωής στην ελληνική ύπαιθρο κατά τη διάρκεια της Κατοχής και της Αντίστασης.

Χέρμαν Λέμαν, Εννέα χρόνια με τους Ινδιάνους, εκδ. Πηγή

 



Η ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, των Ινδιάνων και της Άγριας Δύσης γενικότερα  είναι θέματα απόμακρα και ξένα, κατά κανόνα, για τον Έλληνα αναγνώστη. Για όσους όμως θέλουν να γνωρίζουν την Ιστορία και άλλων λαών πλην των Ελλήνων-όπως είναι και το σωστό –και για όσους έχουν βαρεθεί να διαβάζουν για την καταστροφή της Σμύρνης και την Ελληνική Επανάσταση, το παρόν πόνημα είναι κάτι παραπάνω από ιδανικό και συναρπαστικό.

 

Το «Εννέα χρόνια με τους Ινδιάνους 1870-1879» είναι μία άμεση, πρωτογενής ιστορική μαρτυρία από έναν άνθρωπο που έζησε εννέα ολόκληρα χρόνια με τους Ινδιάνους, γνώρισε τις συνήθειές τους, τα  έθιμά τους και έγινε τελικά αποδεκτός από εκείνους ως ένας από αυτούς. Ο άνθρωπος αυτός δεν είναι άλλος από τον συγγραφέα του βιβλίου, τον Χέρμαν Λέμαν (1859-1932). Ο Χέρμαν καταγόταν από τα Τέξας και ήταν το τρίτο παιδί πολυμελούς οικογένειας Γερμανών μεταναστών. Στις 16 Μαΐου 1870, όταν ήταν μόλις έντεκα ετών, αιχμαλωτίστηκε από τους Ινδιάνους Απάτσι.  Μετά από κάποια χρόνια που πέρασε με τη φυλή των Απάτσι, ο Χέρμαν «μετοίκησε» στη φυλή των Κομάντσι.

 

«Οι Κομάντσι φαινόταν να με είχαν δεχτεί από την πρώτη στιγμή, γιατί μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα ο αρχηγός, στην επιλογή μιας ομάδας πολεμιστών για επιδρομή στους οικισμούς των λευκών, έδωσε εντολή να πάω μαζί τους. Με ρώτησε αν ήξερα την περιοχή που πηγαίναμε και του είπα ότι πήγαινα συχνά εκεί με τους Απάτσι. Στην πραγματικότητα, ήταν η περιοχή που είχα αιχμαλωτιστεί»

 

Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε σαράντα πέντε σύντομα θεματικά κεφάλαια. Σε αυτά ο συγγραφέας μας αφηγείται τη ζωή του από τη στιγμή της αρπαγής και της αιχμαλωσίας του από τους Απάτσι, μέχρι και την απελευθέρωσή του τελικά και την επανένταξή του στην κοινωνία των Δυτικών, μετά το 1879.

 

Ο αναγνώστης θα μάθει πολλά για τον τρόπο ζωής των Ινδιάνων, τον τρόπο με τον οποίο πολεμούσαν, τις συνήθειες και τα έθιμά τους, αλλά και για το πώς έβλεπαν οι μεν τους δε, οι Λευκοί, δηλαδή τους Ινδιάνους και αντίστροφα, στις ΗΠΑ στα τέλη του 19ου αιώνα.

 

Ουσιαστικά πρόκειται για μία μαρτυρία-ντοκουμέντο από τις λίγες πρωτογενείς που έχουν διασωθεί για τη ζωή στις δυτικές Ηνωμένες Πολιτείες και για τις πολυάριθμες συρράξεις των Ινδιάνων με τους Λευκούς αποίκους που φιλοδοξούσαν να πάρουν τη γη τους. Τους αναγνώστες θα παραξενέψει η τόσο έντονη αντιπαλότητα που είχαν οι Ινδιάνοι για τους Λευκούς, θα ξινίσει η τόσο υποδεέστερη θέση των γυναικών Ινδιάνων στη φυλή και θα αηδιάσει η συνήθειά τους να τρώνε ωμό κρέας και εντόσθια. Θα θαυμάσει, όμως, παράλληλα και κάποιες άλλες πτυχές του πολιτισμού τους, όπως την αγάπη τους για τη φύση και την ενότητά τους απέναντι στον κοινό εχθρό.


Παρασκευή 10 Μαΐου 2024

Σπύρος Κιοσσές, Τσιγάρο βαρ;, εκδ. Μεταίχμιο

 

 

«Την παρατηρούσα όρθια, ακουμπισμένη στον τοίχο, να ρουφάει το τσιγάρο, σχηματίζοντας βαθιές κοιλότητες στα μάγουλα και κοιτώντας τον καπνό που φυσούσε να διαλύεται μπροστά της»

 

Σαράντα οκτώ μικρές, αυτοτελείς ιστορίες ποικίλης θεματολογίας που κρατούν χρονικά κατά την ανάγνωσή τους μόλις ένα τσιγάρο… Αυτή ήταν, ίσως, η αρχική και πανέξυπνη ιδέα του ανερχόμενου και τόσο ιδιαίτερου συγγραφέα Σπύρου Κιοσσέ, όταν αποφάσισε να συγκεντρώσει τα μικροδιηγήματά του-τα δημοσιευμένα κάποιες φορές σε διάφορους ιστότοπους- σε έναν τόμο με τίτλο «Τσιγάρο βαρ;». Το τσιγάρο και γενικότερα η συνήθεια του καπνίσματος με ό,τι αυτό συνεπάγεται, υπήρξε το κοινό σημείο κάμποσων μικροδιηγημάτων, αφού είναι κι αυτό, αναντίρρητα, ένας «ήρωας» σε πολλά από αυτά στο βιβλίο του Κιοσσέ.

 

«… τ’ αγαπούσε το κρασάκι του ο πάτερ, κάποιοι ότι πήγε ν’ ανάψει τσιγάρο, αρειμάνιος καπνιστής καθώς ήταν, μερικοί ήταν σίγουροι πως τον είχε πάρει ο ύπνος λίγο πριν γίνει το κακό…»

 

Δεν είναι διόλου τυχαία η αξιοποίηση της-βλαβερής-αυτής συνήθειας τόσο από τη λογοτεχνία, όσο και από το θέατρο, την τηλεόραση και τον κινηματογράφο.  Ο κάθε ένας από εμάς έχει- ή θα είχε αν κάπνιζε-το δικό του, εντελώς ξεχωριστό και ιδιαίτερο στυλ καπνίσματος, όπως ακριβώς συμβαίνει και με το βάδισμά μας. Διότι το τσιγάρο, από μόνο του ως συνήθεια, δημιουργεί στον νου των αναγνωστών συνειρμικές εικόνες: το κράτημά του, ο καπνός που περιελίσσεται στην ατμόσφαιρα, ο τρόπος που ο κάθε καπνιστής το φέρνει στα χείλη του, το γεγονός της «συντροφικότητας» που συνεπάγεται το κάπνισμα σε μία παρέα κ.α., όλα αυτά δημιουργούν μία πολύ ιδιαίτερη λογοτεχνική ατμόσφαιρα στα μικροδιηγήματα του Σπύρου Κιοσσέ, αναπληρωτή Αναπληρωτή Καθηγητή θεωρίας της λογοτεχνίας και δημιουργικής γραφής στο Τμήμα Γλωσσικών και Διαπολιτισμικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

 

«…τις βλαβερές συνέπειες του καπνίσματος (να μην καπνίσω ποτέ, ο άντρας της είχε πεθάνει από καρκίνο)…»

 

Αφετηρία έμπνευσης σε πολλά από αυτά αποτελούν τα παιδικά βιώματα, οι οικογενειακές μνήμες και η νοσταλγία του συγγραφέα για τον παρελθόντα χρόνο, όπως ακριβώς συνέβαινε και στο έτερο εξαιρετικό του πόνημα με τίτλο «Τα πρωτοβρόχια»(εκδόσεις Μεταίχμιο, 2022). Η γραφή του Κιοσσέ θα λέγαμε ότι κουβαλάει επάνω της μία γλυκύτητα, μια τρυφερότητα και μια νοσταλγία. Δεν μας παραξενεύει που συχνά η καλοδουλεμένη και τόσο όμορφη αυτή γλώσσα προσεγγίζει συχνά τα όρια της ποίησης, εφόσον, πρώτον,  η πρόζα των μικροδιηγημάτων συχνά φλερτάρει με την ποίηση και, δεύτερον, αφού και ο ίδιος ο συγγραφέας είναι συγχρόνως και ποιητής (βλέπε ποιητική συλλογή «Το κάτω κάτω της γραφής», εκδόσεις Μελάνι , Αθήνα, 2018).

 

«Εγώ κάπνιζα στο αυτοκίνητο, παρκαρισμένος λίγα μέτρα μακριά, αθέατος κατά τις υποδείξεις του, στις έντεκα το βράδυ, που θα τελείωνε το πάρτι»

 

Δεν είναι, όμως, μονάχα η γλώσσα, το θετικό στα διηγήματα του Κιοσσέ, αλλά και ο τρόπος επεξεργασίας του εκάστοτε θέματος σε κάθε διήγημα. Ενώ, δηλαδή, τα μικροδιηγήματα αυτά δεν έχουν, κατά βάση, μία πρωτότυπη και ιδιαίτερα ευφάνταστη υπόθεση-αντίθετα, πρόκειται για πιο «καθημερινές», θα λέγαμε ιστορίες-, εντούτοις, ο τρόπος με τον οποίο δουλεύει και αναπτύσσει το εκάστοτε θέμα ο συγγραφέας-γυμνώνοντας συχνά τις πιο μύχιες σκέψεις του μπροστά στα μάτια του αναγνώστη-, αλλά και το αναπάντεχο φινάλε που επιλέγει να τους δώσει, το οποίο θα ξαφνιάσει, συχνά, τον αναγνώστη, κάνουν εγγυημένη την τέρψη κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης.

 

«Μέσα από τον καπνό των τσιγάρων, διέκρινα να βαδίζει μια φιγούρα με το βλέμμα θεάς του Βορρά…»

 

Οι ήρωές του είναι απλοί, καθημερινοί άνθρωποι, συχνά δε ακόμη και αδέσποτα. Παρ’ όλα αυτά, ο Κιοσσές καταπιάνεται από το πιο μικρό, απλό και ασήμαντο γεγονός προκειμένου να καταθέσει την άποψή του για την ίδια τη ζωή και τα μεγάλα μυστήριά της. Πίσω από όλα τα διηγήματα, όμως, αναντίρρητα κρύβεται ο άνθρωπος Σπύρος, παράλληλα με τον συγγραφέα Κιοσσέ: τα παιδικά του βιώματα, ο τρόπος που μεγάλωσε, οι οικογενειακές μνήμες, τα λάθη, οι κλασικές σπουδές που λάτρεψε και που τόσο τον επηρέασαν, όλα αυτά κατατίθενται στο βιβλίο με τρόπο αγνό, απλό και αληθινό. Αυτό το γεγονός κάνει το νοσταλγικό «Τσιγάρο βαρ;» μαζί με συναισθηματικά και τρυφερά «Τα πρωτοβρόχια» να αποτελούν μία γνήσια κατάθεση ψυχής του συγγραφέα, τέτοια που σπάνια συναντά κανείς στη λογοτεχνική παραγωγή σήμερα.

 

«… και κάθονται μετά να κάνουν τσιγάρο και να πιουν το ουζάκι τους, καλή ώρα σαν κι εμάς»