Παρασκευή 9 Αυγούστου 2024

Αλεξάντρα Λαπιέρ, Μπελ Γκριν, εκδ. Gema

 

Μπελ ντα Κόστα Γκριν, μία από τις πιο διάσημες βιβλιοθηκάριους στην Ιστορία. Μία γυναίκα τολμηρή, μαύρης καταγωγής που ρισκάρισε όμως και έζησε ως λευκή σε μία εποχή οπότε οι φυλετικές διακρίσεις στις ΗΠΑ βρίσκονταν στο απόγειό τους. Μπελ Γκριν,μια γυναίκα αγωνίστρια, ηρωίδα, η οποία, όμως, παραμένει άγνωστη στο ευρύ κοινό, ιδιαίτερα το ελληνικό. Όλοι μας έχουμε ακούσει την ιστορία της Ρόζα Παρκς, ποιος ξέρει όμως για τη Μπελ;

Αυτό το «κενό», επομένως, έρχεται να συμπληρώσει με το έργο της η Γαλλίδα συγγραφέας Αλεξάντρα Λαπιέρ, μιας γυναίκας που έχει βάλει ως στόχο στη ζωή της να αναδείξει το πεπρωμένο  γυναικών ξεχασμένων από τον χρόνο, γυναικών που η Ιστορία λησμόνησε. Το έργο της, αναντίρρητα, δεν ήταν εύκολο… Απεναντίας μάλιστα, η Λαπιέρ διεξήγαγε μακροχρόνια έρευνα για το συγκεκριμένο θέμα προκειμένου να μπορέσει να συνθέσει αυτή την ογκώδη και αριστουργηματική  μυθιστορηματική βιογραφία της Μπελ ντα Κόστα Γκριν.

Η Μπελ γεννήθηκε στην Ουάσινγκτον DC το 1879. Ήταν κόρη μιας Αφρο-αμερικανίδος δασκάλας πιάνου και του γνωστού μαύρου ακτιβιστή Ρίτσαρντ Γκριν. Όταν οι γονείς της χώρισαν η Μπελ άλλαξε το επώνυμό της από Γκρίνερ σε Γκριν και αποφάσισαν μαζί με τη μητέρα της να ζήσουν ως λευκές, αλλάζοντας το γενεαλογικό τους δέντρο και κρύβοντας την πραγματική φυλετική τους ταυτότητα.

Και, πράγματι, η Μπελ κατάφερε να φτάσει ψηλά όπως ήθελε. Σπούδασε βιβλιοθηκονομία και κατάφερε να διευθύνει τις τύχες της Βιβλιοθήκης Μόργκαν, της βιβλιοθήκης του διάσημου μεγιστάνα Τζέι Πι Μόργκαν,  επί σαράντα τρία ολόκληρα χρόνια.

Η αφήγηση της ζωής της στο βιβλίο της Λαπιέρ ξεκινά εν έτει 1898 και φτάνει ως το 1942. Στο τέλος του βιβλίου της η Λαπιέρ προσθέτει ένα επίμετρο  προκειμένου να αποκαλύψει στους αναγνώστες της τι απέγιναν οι ήρωες του βιβλίου της.

Το βιβλίο, όμως, εκτός από μυθιστορηματική βιογραφία της Γκριν αποτελεί συγχρόνως και ένα χρονικό της ιστορίας των ΗΠΑ, αλλά και της ιστορίας των πολιτικών διακρίσεων στις ΗΠΑ του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα. Συν τοις άλλοις, όμως, το βιβλίο της Λαπιέρ αποτελεί και έναν ύμνο στα βιβλία. Διότι η Γκριν υπήρξε βιβλιοθηκονόμος  στο επάγγελμα και μια πραγματική λάτρης των βιβλίων. Γι’ αυτό, εξάλλου, και η Λαπιέρ εντάσσει στο τέλος του βιβλίου της « το μικρό γλωσσάρι του βιβλιόφιλου» με επεξηγήσεις για όρους που σχετίζονται με τα βιβλία, όρους όπως ιν-φόλιο, βελίνα, γιαπωνέζικο χαρτί κ.α.

Επιπροσθέτως, η Λαπιέρ καταφέρνει και τα συνδυάζει όλα αυτά με μία καλοστημένη πρόζα, σχεδόν κινηματογραφική, η οποία καθιστά το βιβλίο ευκολοδιάβαστο παρά το μέγεθός του. Η αφήγησή της είναι χωρισμένη σε κεφάλαια που παρακολουθούν  τη ζωή της Γκριν με χρονολογική σειρά.

Τέλος, παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου η εκτενής βιβλιογραφία που χρησιμοποίησε η Λαπιέρ για τη συγγραφή του βιβλίου της, μεταξύ άλλων και επιστολές της ίδια της Γκριν, αποσπάσματα των οποίων περιέχονται στο βιβλίο.

Η Μπελ υπήρξε μια γυναίκα που αγάπησε με πάθος στη ζωή της. Την οικογένειά της. Τους άντρες, Τη δουλειά της. Τα βιβλία. Πάνω απ’ όλα, όμως, υπήρξε μια γυναίκα που αγάπησε την ελευθερία.

Καρολίνα Μέρμηγκα, Ο κήπος της Αμαλίας, εκδ. Πατάκη

 


Η Καρολίνα Μέρμηγκα, διηγηματογράφος, δικηγόρος και δημοσιογράφος, εξέδωσε το πρώτο της μυθιστόρημα το 2013 με τον τίτλο «Συγγενής». Από εκεί και έπειτα έγινε ευρέως γνωστή στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό με το  ιστορικό της μυθιστόρημά «Ο Έλληνας γιατρός»(εκδόσεις Μελάνι, 2013). Ακολούθως συνέχισε τη συγγραφή ιστορικών μυθιστορημάτων με το «Κάτι κρυφό μυστήριο» (εκδόσεις Μελάνι, 2016) και το «Δέκατος χρόνος»(εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2021).

            Το παρόν πόνημά της τιτλοφορείται «Ο κήπος της Αμαλίας» (εκδόσεις Πατάκης, 2024) και αποτελεί μία γοητευτική περιήγηση στην Αθήνα της Βαυαροκρατίας καλύπτοντας τα έτη από το 1837 ως το 1875. Η εξιστόρηση λαμβάνει χώρα υπό την οπτική της βασίλισσας Αμαλίας, η οποία είναι και η αδιαμφισβήτητη πρωταγωνίστρια του βιβλίου. Η Αμαλία, κόρη του Δούκα του Ολδεμβούργου, έγινε σύζυγος του πρώτου βασιλέα της Ελλάδος, Όθωνα το 1836 και έφτασε στην Αθήνα έναν χρόνο αργότερα.

Η Αμαλία δημιούργησε τους Βασιλικούς Κήπους στην Αθήνα- ο σημερινός εθνικός κήπος- και γενικότερα ήταν αγαπητή στους Έλληνες, τουλάχιστον μέχρις ότου έγινε σαφές ότι δεν επρόκειτο ποτέ να κυοφορήσει τον πολυπόθητο διάδοχο του ελληνικού θρόνου εξαιτίας ενός ανατομικού ελαττώματος-σύμφωνα με νεότερες ιστορικές έρευνες. Η στειρότητά της αυτή οπωσδήποτε τη στιγμάτισε, αφού όλοι θεωρούσαν ότι καθήκον της βασίλισσας είναι να γεννήσει έναν υγιή διάδοχο για τη διασφάλιση του θρόνου.

Το βιβλίο μας αφηγείται το χρονικό της βασιλείας του ζεύγους  στην Ελλάδα με μορφή αποσπασματικών καταγραφών που τηρούν αυστηρή χρονολογική σειρά. Κάποιες φορές οι καταγραφές θυμίζουν ημερολόγιο και αποτελούν μία «εκ βαθέων» εξομολόγηση της βασίλισσας.

Μέσα από τις καταγραφές από την πλευρά της βασίλισσας παρακολουθούμε την ελληνική ιστορία τον καιρό της Βαυαροκρατίας. Κανένα σημαντικό γεγονός δεν παραλείπεται. Η άφιξη της βασίλισσας στην Ελλάδα, το φύτεμα των φοινίκων, το αστεροσκοπείο του Σίνα, τα κουτσομπολιά της αυλής και οι Κυρίες των Τιμών, η Μεγάλη Ιδέα του Κωλέττη, η επανάσταση του 1843 και η παραχώρηση συντάγματος, ο Κριμαϊκός πόλεμος, ο ναυτικός αποκλεισμός και η χολέρα του 1854, το κίνημα του Παπουλάκου, η απόπειρα δολοφονίας κατά της βασίλισσας, ο λήσταρχος Μπιμπίσης , ο θάνατος του Διονυσίου Σολωμού, η διάνοιξη του Πορθμού του Ευρίπου και, τέλος, η έξωση των βασιλέων το 1862, επειδή αυτοί απέτυχαν να εκπληρώσουν τις προσδοκίες του ελληνικού λαού.

Μέσα από τις καταγραφές αυτές, η συγγραφέας προσπαθεί να  φιλοτεχνήσει και το ψυχολογικό πορτρέτο της βασίλισσας, να ερμηνεύσει τη συμπεριφορά της και να κατανοήσει τις πράξεις της, αλλά και τον πιο μεγάλο της πόνο: αυτόν της ατεκνίας της. Παράλληλα, εξυφαίνεται και ο καμβάς μίας χώρα που προσπαθεί να βρει τη θέση της στον στίβο της ζωής, μιας χώρας που ακροβατεί- μέχρι σήμερα-μεταξύ Δύσης και Ανατολής, μεταξύ των ανατολίτικων ηθών της διαφθοράς και της ανομίας και του δυτικού εκσυγχρονισμού.

Εν κατακλείδι, πρόκειται για μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μυθιστορηματική καταγραφή της εποχής της Βαυαροκρατίας στη χώρα μας μέσα από την καλοδουλεμένη πένα μιας έμπειρης συγγραφέως.


Δευτέρα 5 Αυγούστου 2024

Τζούλια Γκανάσου, δευτέρα παρουσία, εκδ. Καστανιώτη, 2024

 

Ως Δευτέρα Παρουσία συνήθως περιγράφουμε μία κατάσταση υπέρτατου χάους , η όποια θα επικρατήσει, κατά τη θρησκεία μας, μετά από την επάνοδο του Χριστού στη Γη. Τότε θα συμβούν, σύμφωνα με τις Άγιες Γραφές, σημεία και τέρατα. Βέβαια, πέραν της θρησκευτικής διάστασης του όρου, σήμερα με τον συμβολικό όρο Δευτέρα Παρουσία έχει επικρατήσει να περιγράφουμε μια μελλοντική κατάσταση του πλανήτη μας εξαιρετικά δυσάρεστη, τόσο από οικολογική, όσο και από πολιτική, οικονομική και κοινωνική άποψη.

Έτσι λοιπόν και ως τίτλος του βιβλίου της Τζούλιας Γκανάσου, ο όρος «δευτέρα παρουσία» περιγράφει τη χαοτική εικόνα μίας πόλης εν καιρώ πολέμου και τα δεινά των αμάχων.

Το βιβλίο της Γκανάσου είναι εμπνευσμένο, όπως μας λέει το οπισθόφυλλο του βιβλίου, από τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη Λωρίδα της Γάζας. Στο βιβλίο, όμως, δεν γίνεται καμία αναφορά σε τόπο και χρόνο. Με τον τρόπο αυτό υποδηλώνεται η οικουμενικότητα του πόνου μια των βασάνων που βιώνουν οι άνθρωποι με τον πόλεμο, και ιδιαίτερα οι άμαχοι, όπου και αν συμβαίνει αυτός ανά τον κόσμο. Σε όποια εθνικότητα και αν ανήκει κάποιος, τα δεινά που θα βιώσει αν βρεθεί στη δίνη ενός πολέμου θα είναι τα ίδια με έναν άλλον άνθρωπο μιας άλλης εθνικότητας. Εδώ ο πόνος και η δυστυχία δεν κάνουν διακρίσεις.

Πέρα από τα παραπάνω, εντούτοις, το βιβλίο της Γκανάσου διέπεται από μία δυστοπική ατμόσφαιρα. Ο αναγνώστης έχει διαρκώς την αίσθηση ότι όλα αυτά συμβαίνουν στο- άμεσο -μέλλον. Θα μπορούσαν, επομένως, να συμβούν στον καθένα από εμάς.

Για να περιγράψει τα δεινά αυτά, η Γκανάσου επιλέγει δύο αθώες υπάρξεις: μία νεαρή έφηβη κοπέλα δεκαεπτά ετών, την Άννα και τη γιαγιά της την Όλγα. Οι δύο γυναίκες βρίσκονται στο σαλόνι του σπιτιού τους, όταν βομβαρδισμοί τις αναγκάζουν να φύγουν προκειμένου να αναζητήσουν τη σωτηρία. Μάλιστα, επειδή η γιαγιά δεν μπορεί να περπατήσει και αρνείται να φύγει, η Άννα την παίρνει στην πλάτη της για να τη σώσει.

Όταν, όμως, μία πόλη βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση, σωτηρία δεν υπάρχει ούτε μέσα στους τοίχους ενός σπιτιού, αλλά ούτε και εκτός. Οι δύο γυναίκες, υποσιτισμένες, διψασμένες, θα αναγκαστούν να κάνουν τα πάντα προκειμένου να επιβιώσουν-πιο συγκεκριμένα η Άννα θα αναγκαστεί να δώσει τα ωάριά της σε ένα κύκλωμα εμπορίας βρεφών με αντάλλαγμα φαγητό και πρόσβαση σε αγαθά, στην ασφάλεια και την πολυπόθητη σωτηρία.

Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα σφοδρό αντιπολεμικό πόνημα, το οποίο αποτελεί μία κραυγή  εναντίωσης σε όλους τους «δυνατούς» του πλανήτη που θυσιάζουν την ευημερία των απλών ανθρώπων προκειμένου να ικανοποιήσουν τη δίψα τους για εδάφη και χρήματα. Και τα δεινά αυτά αφορούν ακόμη περισσότερο τις γυναίκες, τους ηλικιωμένους και τα παιδιά, που είναι συνήθως τα πιο αθώα, αλλά και τα περισσότερα θύματα των πολέμων.

Barbara Kingsolver, Ντίμον Κόπερχεντ, εκδ. Ψυχογιός

 




 

Το αυτοβιογραφικό έπος ενός μικρού αγοριού των Απαλαχίων στο πρότυπο του Ντέιβιντ Κόπερφιλντ του Ντίκενς

 

Μια γοητευτική και άκρως συγκινητική αυτοβιογραφική ιστορία, κατά το πρότυπο του έτερου αυτοβιογραφικού έπους του μεγάλου  Τσάρλς Ντίκενς,  του γνωστού «Ντέιβιντ Κόπερφιλντ», υπογράφει η Αμερικανίδα συγγραφέας Μπάρμπαρα Κίνγκσολβερ, με καταγωγή από το Κεντάκι. Η συγγραφέας στο ογκώδες αυτό έπος της βάζει τον μικρό ήρωά της με καταγωγή από το ορεινό κομμάτι της Βιρτζίνια στα Απαλάχια Όρη, να μας αφηγηθεί ο ίδιος τη ζωή του και τον αγώνα επιβίωσής του με αφετηρία τη δεκαετία του ’90.

 

Ο Ντίμον υπήρξε ένα παιδί άτυχο ήδη από τις πρώτες ώρες της ζωής του, όταν γεννήθηκε από μία αλκοολική μητέρα που γεννούσε αβοήθητη στο σπίτι της και βρέθηκε αναίσθητη. Ο πατέρας του είχε πεθάνει ήδη πριν από τη γέννησή του. Η φτώχεια και οι στερήσεις, η παραμέληση από την εξαρτημένη μάνα θα γίνουν ο κανόνας στη ζωή του μικρού Ντίμον. Ο ίδιος όμως δεν θα πάψει ποτέ να αγωνίζεται προκειμένου να αποκτήσει κι αυτός «μία θέση στον ήλιο».

Όταν η μητέρα του θα αποφασίσει να ξαναπαντρευτεί έναν βίαιο άνδρα, ο Ντίμον θα γνωρίσει μία ακόμη ατυχία. Εντούτοις θα καταφέρει να ανταπεξέλθει ακόμη κι όταν η μητέρα του θα εκπνεύσει τελικά, αφήνοντάς τον ορφανό στην τρυφερή ηλικία των έντεκα μόλις ετών. Και τότε ο μικρός θα διαπιστώσει ότι κάθε άλλο παρά εύκολο είναι να βρεθεί μία ανάδοχη οικογένεια για να τον υιοθετήσει. Πολλές φορές στη διήγησή του ο μικρός θα συμπεράνει ότι «κανένας δεν τον θέλει» και αυτό θα προκαλέσει τη συγκίνηση του αναγνώστη,  αφού η απόρριψη είναι, πραγματικά, το χειρότερο συναίσθημα που μπορεί να βιώσει ένα παιδί.

 

Ο Ντίμον, κάτω από αυτές τις τόσο δυσμενείς για τη ζωή του συνθήκες, θα αναγκαστεί να σκληραγωγηθεί και να μεγαλώσει πρόωρα, δεν θα το βάλει όμως κάτω προκειμένου να τα καταφέρει. Θα κινήσει να βρει τη γιαγιά του και τελικά θα βρει τη σταθερότητα που επιθυμεί όταν ένας δάσκαλος γυμναστικής θα αποφασίσει να τον υιοθετήσει. Από τη στιγμή αυτή η τύχη θα αρχίσει να ευνοεί κάπως τον μικρό αγωνιστή.

 

Η Κίνγκσολβερ προσφέρει μία άκρως ρεαλιστική τοιχογραφία των ΗΠΑ στα τέλη του εικοστού αιώνα και της ζωής των εργατικών τάξεων και του «περιθωριακού στοιχείου», μέσα από μία πρωτοπρόσωπη διήγηση η οποία καταφέρνει να μας συγκινήσει χωρίς να διαθέτει ίχνος μελοδραματισμού. Όλοι θα αγαπήσουμε και θα συμπονέσουμε τον μικρό Ντίμον και θα αποδοκιμάσουμε τη θεά Τύχη που στην αρχή  στέκεται τόσο άδικη μαζί του.

 

Η γραφή της Κίνγκσολβερ είναι αυθόρμητη και χειμαρρώδης, και θα μας γοητεύσει αναντίρρητα, αφού, πάντως, της δώσουμε τον απαραίτητο χρόνο στην αρχή της ανάγνωσης προκειμένου να τη συνηθίσουμε, καθώς διατηρεί την ιδιαιτερότητά της. Και οπωσδήποτε η εξαιρετική μετάφραση της Κατερίνας Σχινά θα μας βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση.

 

Ένα βιβλίο τρυφερό, καλογραμμένο και συγκινητικό, αλλά πολλές φορές ωμά ρεαλιστικό και οργισμένο, που θα λατρέψουμε.