Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2024

Κατερίνα Καζολέα, Η δαμασκηνιά, εκδ. Βακχικόν

 

 

Η ανάγνωση θεατρικών έργων μπορεί να αποδειχτεί αρκετά συναρπαστική υπόθεση, αν και πολλοί φίλοι της Λογοτεχνίας διστάζουν, συνήθως, να τη δοκιμάσουν. Αν όμως το αποφασίσουν ένα σύγχρονο θεατρικό έργο αποτελεί μία αρκετά καλή περίπτωση για το εν λόγω εγχείρημα.

 

Η ποιήτρια, διηγηματογράφος και θεατρική συγγραφέας Κατερίνα Καζολέα σπούδασε Ιστορία, Ιστορία της Τέχνης και Φιλολογία και έχει γράψει ήδη εννέα θεατρικά έργα.
«Η δαμασκηνιά», όμως, είναι το πρώτο θεατρικό έργο που εκδίδει. Ως τώρα έχει εκδώσει μία ποιητική συλλογή και δύο συλλογές διηγημάτων.

 

Η Καζολέα συγγράφει ένα σύγχρονο θεατρικό έργο που άπτεται των σημερινών κοινωνικών καταστάσεων και προβλημάτων, το οποίο πολύ εύκολα μπορεί να μεταφερθεί στη σκηνή, αφού όλη η δράση διαδραματίζεται μέσα σε ένα καφέ, το καφέ μπαρ «Σειρήνα».

 

Οι ήρωες του θεατρικού είναι μία ανύπαντρη μητέρα με το παιδί της και τρεις άντρες. Πρόκειται για τη σαραντάχρονη Βιβή που δουλεύει στο μπαρ, την κόρη της Λορέτα η οποία είναι μαθήτρια λυκείου και τρεις άνδρες-θαμώνες του καφέ-μπαρ: τον νεότερο από αυτούς, τον Αλφρέντο, ο οποίος είναι οδηγός νταλίκας εν ενεργεία και τους συνταξιούχους Σέργιο και Λέανδρο. Ο πρώτος είναι συνταξιούχος σιδηροδρομικός υπάλληλος και ο δεύτερος συνταξιούχος ναυτικός. Από τους τρεις αυτούς άνδρες δεσπόζει σαφέστατα ο Λέανδρος ως χαρακτήρας και αυτό διότι αφενός είναι αυτός με τις πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες και εμπειρίες να αφηγηθεί -ως πρώην ναυτικός- και, αφετέρου, είναι αυτός ο οποίος είναι στο πόδι του αφεντικού του καφέ, του Ελισσαίου, ο οποίος είναι επίσης ναυτικός και απουσιάζει. Στο καθήκον του αυτό τον συνεπικουρεί η Βιβή, η  οποία εργάζεται στο καφέ.

 

Οι τρεις άντρες συναντιούνται κάθε μέρα στο συνήθως άδειο από άλλους θαμώνες καφέ και χαρτοπαίζουν. Είναι επομένως φυσικό να έχουν δεθεί με τη Βιβή και με την κόρη της τη Λορέτα, οι οποίες διαμένουν σε ένα  μικρό δωματιάκι πίσω από το καφέ. Η Λορέτα, αφού δεν έχει πατέρα, θεωρεί τους τρεις άνδρες κάτι σαν πατεράδες της. Οι ίδιοι δεν διστάζουν να της ωραιοποιούν διαρκώς την πραγματικότητα μέσα από τις αφηγήσεις τους και θέλουν να την αποτρέψουν από το να φύγει και να γνωρίσει τον κόσμο.

 

Μέσα από την αφήγηση διάφορων τυχαίων περιστατικών- το κόψιμο ενός κλαδιού ενός δέντρου, την άφιξη ενός άλλου πελάτη, το ράψιμο ενός φουστανιού κ.α., οι τρεις άνδρες με μορφή αναδρομών μας μιλούν για τις ζωές και τις δουλειές τους, προσφέροντας ο καθένας τη δική του οπτική στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Η Βιβή και η κόρη της από την άλλη, υιοθετούν μία έτερη οπτική.

 

Ποια θα είναι, άραγε, η κατάληξη και η λύση του δράματος για τους πέντε αυτούς συμπαθέστατους ήρωες που δημιουργεί στο χαρτί η Καζολέα;

Τσιανγκ-Σενγκ Κούο, Ο χορδιστής του πιάνου, εκδ. Βακχικόν

 

«Οι μουσικοί δεν γνωρίζουν πάντα καλά τα πιάνα τους. Συχνά προβάλλουν υπερβολικά τα συναισθήματά τους στο όργανο, ξεχνώντας πως πρόκειται στην ουσία για ένα μηχάνημα που ελέγχεται από μία σειρά σφυράκια και στερείται μυστηριακών αρχών».

 

Στον χώρο της Λογοτεχνίας, τα βιβλία που πραγματεύονται μουσικά θέματα είναι λιγοστά. Ακόμη λιγότερα δε είναι τα βιβλία που ασχολούνται με τη «λόγια» μουσική, την αποκαλούμενη ως κλασική για πολλούς.

 

Αυτό το πρωτότυπο θέμα, λοιπόν, πραγματεύεται στο ολιγοσέλιδο μυθιστόρημά του ο Ταϊβανέζος συγγραφέας Τσιανγκ-Σενγκ Κουό, ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της γενιάς του και πολλάκις βραβευμένος για τα μυθιστορήματα, τα θεατρικά κείμενα και το δοκίμιά του. Το βιβλίο του που η  Βίκυ Πορφυρίδου μεταφράζει έξοχα στην ελληνική γλώσσα τιτλοφορείται ως «Ο χορδιστής του πιάνου» και αφορά τον κόσμο της μουσικής και των επαγγελματιών μουσικών.

 

Ο συγγραφέας μέσα από την μυθιστορηματική εξιστόρηση που αφορά τις ζωές τριών ηρώων εκφράζει πολλές σκέψεις και απόψεις για την ίδια τη μουσική, τους μουσικούς, τους ερμηνευτές, τα μουσικά έργα, αλλά και τη φιλοσοφία της μουσικής ως τέχνης.

 

Οι τρεις ήρωές του στο ολιγοπρόσωπο αυτό μυθιστόρημά του, συνιστούν ένα ερωτικό τρίγωνο, στον παρελθόντα όμως χρόνο, αφού η γυναίκα η Έμιλυ, έχει πλέον αποβιώσει από καρκίνο. Η αφήγηση γίνεται μέσω συνεχών αναδρομών στο παρελθόν και η εναλλαγή με το παρόν είναι συνεχής.

 

Στο παρελθόν, επομένως, υπήρχαν τρεις ήρωες: η βιολίστρια-πιανίστρια Έμιλυ, ο σύζυγός της ο Λιν-χήρος επί του παρόντος –και ο χορδιστής του πιάνου της, ο οποίος είναι και το κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος.

 

 

Τι κάνει έναν αποτυχημένο πιανίστα να γίνει τελικά χορδιστής πιάνων; Πρόκειται όντως για έναν αποτυχημένο καλλιτέχνη; Έχει άραγε την ίδια σχέση με το πιάνο ένας χορδιστής και ένας πιανίστας;

 

Αναδρομή γίνεται στα παιδικά χρόνια του κουρδιστή και διαφαίνεται ότι αυτός ήταν πάντοτε ένα πολύ ιδιαίτερο παιδί. Μία μουσική ιδιοφυία η οποία, όμως, δεν μπόρεσε να εξελιχθεί, εν τέλει, όπως όφειλε. Άραγε ζώντας ο άνθρωπος αυτός τη ζωή του ως χορδιστής έζησε καλύτερα ή χειρότερα από ότι θα ζούσε ως επαγγελματίας μουσικός;

 

Ο σύζυγος της Έμιλυ από την άλλη, είναι βαθιά πληγωμένος από την απώλεια της συζύγου του. Η μοναξιά τον τυλίγει, ενώ συχνά μένει να συνομιλεί με το έρημο πιάνο του σπιτιού του. Ο συγγραφέας προσπαθεί να αναδείξει  τη σχέση που έχει καθένας από τους τρεις ήρωες με το πιάνο της Έμιλυ.

 

Η αφήγηση πολύ συχνά διακόπτεται από σκέψεις του ήρωα- συγγραφέα σχετικά με διάσημους συνθέτες έργων πιάνου, όπως τον Ραχμάνινοφ, και για ερμηνευτές, όπως τον Γκουλντ, τον Ρίχτερ και άλλους. Το βάρος της αφήγησης, επομένως, δεν πέφτει στη δράση και την εξέλιξη της πλοκής, αλλά περισσότερο στις συζητήσεις περί της τέχνης της Μούσας Ευτέρπης, της μουσικής.

Costanza Casati, Κλυταιμνήστρα, εκδ. Μίνωας

 

 

Μία ακόμη αναδιήγηση σχετική με την Ελληνική Μυθολογία προσφέρει στον λογοτεχνικό χώρο η Ιταλίδα συγγραφέας, μεγαλωμένη όμως στο Τέξας των ΗΠΑ, Κοστάντζα Κασάτι. Είναι αλήθεια ότι οι μυθολογικές αναδιηγήσεις στη σημερινή λογοτεχνία αποτελούν κανόνα στις μέρες μας, όμως, αληθεύει επίσης το γεγονός ότι πάντοτε, καθ’ όλη τη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας, η Ελληνική Μυθολογία ενέπνεε-και συνεχίζει να εμπνέει τη λογοτεχνία παγκοσμίως.

 

Η διήγηση της Κασάτι αυτή τη φορά δεν αφορά ούτε την Ιλιάδα ούτε και τη Οδύσσεια, αλλά ουσιαστικά το παρόν πόνημα με τον τίτλο «Κλυταιμνήστρα» αποτελεί τη μυθιστορηματική βιογραφία της γνωστής αυτής ηρωίδας.

 

Ποια ακριβώς ήταν η Κλυταιμνήστρα, η γυναίκα που είδε το παιδί της να θυσιάζεται στο βωμό και έφτασε τελικά να βάλει να σκοτώσουν τον άντρα της; Πώς μεγάλωσε στη Σπάρτη και τι καταβολές είχε προκειμένου να γίνει μια γυναίκα τόσο δυναμική; Τι σχέσεις είχε με την οικογένειά της και ποια ήταν τα όνειρα που είχε ως παιδί;

 

Η Κασάτι επιχειρεί να «χτίσει» την προσωπικότητα της Κλυταιμνήστρας, αλλά και να κατασκευάσει το ψυχολογικό προφίλ της αινιγματικής αυτής ηρωίδας, ξεκινώντας την αφήγηση του βίου της ήδη από τα εφηβικά-παιδικά της χρόνια.

 

Οπωσδήποτε, το γεγονός ότι η Κλυταιμνήστρα ήταν Σπαρτιάτισσα, έπαιξε κάποιον ρόλο στη διάρθρωση της προσωπικότητάς της ως γυναίκας δυναμικής, ευέξαπτης και κάπως «αμτρογυναίκας» θα λέγαμε, αφού ήταν μία γυναίκα που της άρεσε να παλεύει, να κυνηγά και να πολεμά. Όλα αυτά σε αντίθεση με τη διάσημη αδελφή της, την Ωραία Ελένη. Τα δύο κορίτσια ήσαν, πραγματικά, πολύ αντίθετοι ως χαρακτήρες. Η Ελένη ήταν λιγομίλητη, ευαίσθητη, εύθραυστη και γλυκιά, ενώ η Κλυταιμνήστρα ήταν, αντιθέτως, σκληρή, διεκδικητική, υπερήφανη, δυναμική και πανέξυπνη.

 

Η αναδιήγηση της Κασάτι είναι μια αφήγηση καθαρά ανθρώπινη και γυναικοκεντρική. Αναδεικνύει πως οι γυναίκες της εποχής, αν και δυναμικές, γίνονταν υποχείρια των αντρών σε μία κοινωνία καθαρά ανδροκρατούμενη, σκληρή και άδικη πολλές φορές για τα γυναίκες που όφειλαν να υποτάσσονται στο θέλημα των ανδρών,  παρά τις όποιες περιστασιακές ελευθερίες που τους παραχωρούσε η σπαρτιατική κοινωνία.

 

Η αναπαράσταση της εποχής του χαλκού από μέρους της συγγραφέως είναι αρκετά επιτυχημένη και σίγουρα προηγήθηκε αρκετή έρευνα από μέρους της για τη συγγραφή του εν λόγω πονήματος.

 

Η αναδιήγηση γίνεται σε αφηγηματικό ενεστώτα, κάτι το οποίο προσδίδει ζωντάνια στο πόνημα. Η συγγραφέας δίνει μεγαλύτερη έμφαση στις περιγραφές των χαρακτήρων και στην απεικόνιση της ψυχοσύνθεσής τους παρά στη σκιαγράφηση του περιβάλλοντα κάθε φορά χώρου.

 

Εν κατακλείδι πρόκειται για ένα πόνημα που θα μας ταξιδέψει πίσω σε εκείνη τη μακρινή εποχή των ηρώων και στην καθαρά πολεμική κοινωνία της Ελλάδος κατά την εποχή του χαλκού.

Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2024

Κώστας Χατζηαντωνίου, Αγκριτζέντο, εκδ. Καστανιώτη, 2024

 

 

Διαβάζουμε-ή ξαναδιαβάζουμε- αυτόν τον έξοχο ύμνο στη σικελική γη με άρωμα μουσικής, ιταλικής φινέτσας και ελληνικής αρχαιότητας. Ο λόγος για το Αγκριτζέντο, το πιο γνωστό πόνημα του μεγάλου Έλληνα λογοτέχνη Κώστα Χατζηαντωνίου, το οποίο επανεκδόθηκε προσφάτως από τον Καστανιώτη αναθεωρημένο σε έναν πολυτελή σκληρόδετο τόμο. Όσοι από εμάς δεν το διάβασαν όταν πρωτοεκδόθηκε , το 2011, έχουν οπωσδήποτε πολλούς καλούς λόγους για να το διαβάσουν τώρα.

Ο πρώτος είναι η γραφή του Χατζηαντωνίου. Μια γραφή η οποία αναδεικνύει όλη την ομορφιά της ελληνικής γλώσσας, με μία πολύ προσεκτική επιλογή των κατάλληλων κάθε φορά λέξεων εκ μέρους του συγγραφέα. Πρόκειται για μία γραφή εντυπωσιακή, γεμάτη εσωτερισμό και αισθαντικότητα και με λεπτομερείς περιγραφές που αποτυπώνουν στην εντέλεια όχι μόνο την ακριβή απεικόνιση του περιγραφόμενου κάθε φορά τοπίου, αλλά και την αίσθηση που αυτό αποπνέει.

Για του λόγου το αληθές, το βιβλίο ξεκινά με μια καταπληκτική περιγραφή των σκέψεων του πρωταγωνιστή ήρωα,  του γιατρού Παυσανία Ανκίτε που αγναντεύει τη θάλασσα της Σικελίας από το Πόρτο Εμπέντοκλε:

 

«Σε λίγο  το Πόρτο Εμπέντοκλε στα νώτα  του θα είχε ολότελα χαθεί. Στην ανατολή το Χάος θα ήτανε μια υπόθεση φαντασίας. Παράλληλα, τρέχανε δεξιά ο αυτοκινητόδρομος για το Τράπανι, τα τεφρώδη βουνά, η κρεμαστή η γέφυρα. Τα πελώρια μηχανικά τρυπάνια, που σπάνε την άσπρη μάργα για να στρωθεί η γη και να υψωθούν νέες πολυκατοικίες, είχανε σωπάσει. Αριστερά, το θολό πράσινο των ανακατωμένων νερών άφριζε και βογγούσε, πάσχιζε να σβήσει τα’ αχνάρια των ανθρώπων απ’ την άμμο. Με συγκίνηση, σαν να τ’ αποχαιρετούσε, τα παρατηρούσε όλα τούτα κάθε τόσο που για να παίρνει ανάσες σταματούσε. Σαν έσκυβε για να ξαθάψει καμιά αχιβάδα. Ή πριν σηκώσει τα μάτια για να δει καχεκτικά πεύκα και νεοφυτεμένες φοινικιές στους κήπους των εξοχικών που χρόνο με τον χρόνο πληθαίνουν».

 

Το βιβλίο αποπνέει πολύ έντονα μία αίσθηση νοσταλγίας για τα περασμένα καθώς και μία αίσθηση απώλειας. Ο γιατρός Παυσανίας θρηνεί την απώλεια της συζύγου του Μπιάνκας και αγωνίζεται να κάνει ένα νέο ξεκίνημα. Ο γιατρός πρόσμενε επί πολλά χρόνια την επιστροφή στο νησί της κόρης του Ισαβέλλας, που επαγγέλεται ζωγράφος.  Αυτή η επιστροφή πράγματι λαμβάνει χώρα όταν, όμως, πλέον ο γιατρός είναι ο ίδιος άρρωστος. Η κόρη του λοιπόν επιστρέφει στη γενέθλια γη της, φέρνοντας μαζί της και τον φίλο της τον Λίνο Κροκίδη. Κοντά σε αυτούς, ο Χαζτηαντωνίου τοποθετεί δύο ακόμη ξεχωριστούς ήρωες, τον Γκαετάνο, ένα μέλος μίας επαναστατικής πολιτικής οργάνωσης που κρύβεται στο νησί και έναν πρώην καθολικό ιερέα.

 

Όλοι οι ήρωες του Χατζηαντωνίου βυθίζονται στη νοσταλγία και ιδίως ο Παυσανίας, που αρχίζει να γράφει και μέσα από τη διαδικασία της συγγραφής φτάνει τελικά στη λύτρωση.

 

Συν τοις άλλοις, το βιβλίο διακατέχεται από έντονη φιλοσοφική διάθεση, αφού περιέχει  αναφορές στον Σωκράτη, τον Εμπεδοκλή και γενικότερα πολλά στοιχεία για τους Έλληνες της Σικελίας στην αρχαιότητα