Τρίτη 11 Μαρτίου 2025

Ειρήνη Νικολάκη-Καλαμάρη, Η καρδιά του κόσμου, εκδ. Κέδρος

 

«Η καρδιά του κόσμου» χτυπάει στο πανέμορφο νησί της Χίου, σύμφωνα με τη συγγραφέα Ειρήνη Νικολάκη-Καλαμάρη, η οποία υπογράφει το ομότιτλο ιστορικό μυθιστόρημα με επίκεντρο τη γενέτειρά της, το νησί της Χίου, μιλώντας για το πώς ήταν αυτό από  τον 15ο  μέχρι και τον 17ο αιώνα.

            Η εποχή αυτή είναι μεταβατική για το νησί της Χίου, καθώς το 1566 τελειώνει η γενουατική κατοχή  σε αυτό και αρχίζει η περίοδος της τουρκοκρατίας. Το τέλος  αυτό, της γενουατικής, δηλαδή, κατοχής, τη βίαιη κατάληψη του νησιού από τους Οθωμανούς και τη συνακόλουθη λεηλασία του, περιγράφει με μελανά χρώματα η συγγραφέας στο βιβλίο της, μέσα από την παράθεση της αφήγησης ενός απόγονου του Ιωάννη Ιουστινιάνη-Λόγγο, του επιφανούς γενοβέζου που πολέμησε στην πολιορκία της Κωνσταντινούπολης το 1453 από τους Οθωμανούς και έχασε τελικά τη ζωή του εκεί. Συν τοις άλλοις, η συγγραφέας αποφασίζει να μας διηγηθεί, πηγαίνοντας ακόμη πιο πίσω στον χρόνο, και τα συγκλονιστικά γεγονότα της Άλωσης αυτής, της πιο διάσημης, ίσως, στην Ιστορία. Εκείνη ακριβώς την ταραγμένη εποχή λαμβάνει χώρα και ο φλογερός έρωτας μεταξύ του Ευγένιου και της Ζακελίνας, οι οποίοι, με καταγωγή από τη Χίο, θα βρεθούν στην εμπόλεμη Κωνσταντινούπολη, όπου θα συναντήσουν τον τρανό πολεμιστή Ιωάννη Ιουστινιάνη.

 Η αφορμή για τις αναδρομικές αυτές αφηγήσεις δίνεται με την επίσκεψη που πραγματοποιεί στο νησί, μετά από μία σειρά επίμονων ονείρων, ο Ιταλός ζωγράφος Φραντσέσκο Αλμπάνι. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο ξακουστό μοναστήρι της Παναγιάς Σικελιάς, θα ανακαλύψει ένα μεσαιωνικό χειρόγραφο το οποίο θα εξιστορεί τον έρωτα του Ευγένιου και της Ζακελίνας, όπως και την πολιορκία και την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς.

Εκτός, όμως, από λεπτομερές χρονικό της πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης, το εν λόγω μυθιστόρημα προσφέρει επίσης πολλές πληροφορίες για την περίοδο της γενουατοκρατίας στο νησί, όταν κουμάντο έκανε η Μαόνα, η εμπορική και ναυτιλιακή εταιρεία που κυριαρχούσε τότε στο νησί και εκμεταλλευόταν τον θησαυρό του νησιού: την περίφημη μαστίχα. Η συγγραφέας παρουσιάζει τη ζωή στο νησί την εποχή της μεγάλης ακμής του, αλλά δίνει και πληροφορίες για την κατάστασή του τον καιρό της οθωμανικής κατοχής, καθώς και για τη διαδικασία παραγωγής της μαστίχας, του κυριότερου εξαγωγικού προϊόντος του νησιού, το οποίο υπήρξε και η βασική αιτία πλουτισμού των κατοίκων του.

Η σύνδεση όλων αυτών με την εξιστόρηση των γεγονότων της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης είναι αρκετά πρωτότυπη και προσφέρει εναλλαγές στην αφήγηση. Η τελευταία είναι στρωτή και διανθισμένη με άφθονη και ολοζώντανη πρόζα. Η συγγραφέας προσφέρει στους αναγνώστες της όμορφες και καλοδουλεμένες περιγραφές όπως η παρακάτω:

«Ο Γενάρης ψυχορραγούσε και οι δρόμοι της Κωνσταντινούπολης ήταν χιονισμένοι, έτριζαν τα παπούτσια των περαστικών σαν να πατούσαν πάνω  σε πολύ μικρά κομματάκια γυαλιού. Όμως αυτό δεν εμπόδισε τους κατοίκους να ξεχυθούν στις πλαγιές και κατά μήκος των τειχών της πόλης, για να παρακολουθήσουν την άφιξη των δύο μεγάλων πολεμικών καραβιών, με το ένα να ξεχωρίζει, τεράστιο και δυνατό, αντάξιο των βενετσιάνικων πλοίων».

 

Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα ευχάριστο ανάγνωσμα που θα μας πληροφορήσει για μία εποχή για την οποία δεν γνωρίζουμε, η αλήθεια, πολλά πράγματα. Αξίζει, επομένως, να το διαβάσουμε.

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2025

Μαργαρίτα Στ. Κοντού, Το Μαριουλάκι, εκδ. Βακχικόν

 

 

 

            Η συγγραφέας Μαργαρίτα Στ. Κοντού κατάγεται από το όμορφο κυκλαδίτικο νησί της Μυκόνου και έχει να παρουσιάσει μακρά εμπειρία ενασχόλησης τόσο με την εικαστική τέχνη και τη λογοτεχνία. Έχει εκδώσει μέχρι τώρα έξι ποιητικές συλλογές, αλλά και μία συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Περιστέρια από πέτρα». «Το Μαριουλάκι» είναι η πρώτη της νουβέλα και αποτελεί τη συνοπτική αφήγηση της ζωής μιας έφηβης από το νησί της Μυκόνου που μεγαλώνει και ενηλικιώνεται ως ψυχοκόρη στο σπίτι μιας μεγαλοκυρίας των Αθηνών κατά την ταραγμένη δεκαετία 1936-1945. Η κοπέλα αυτή είναι το αποκαλούμενο ως «Μαριουλάκι» του τίτλου, η Μαρία δηλαδή.

 

«Κοίταζε σχεδόν μαγεμένη. Τα παιδικά της μάτια είχαν μείνει εκστατικά πάνω σ’ εκείνη τη βιτρίνα και το περιεχόμενό της. Δεν ήταν βιτρίνα καταστήματος, αλλά πολυτελές έπιπλο από ξύλο μαόνι, το πρώτο που είδε όταν μπήκε στο ψηλοτάβανο σπίτι, με τον αρχοντικό του αέρα να αντανακλάται παντού. Εκεί, στις πορσελάνινες κούκλες αγκιστρώθηκε η παιδική της φαντασία. Διψασμένη».

 

Αυτή είναι η πρώτη εντύπωση που αποκομίζει ένα φτωχόπαιδο από την επαρχία ερχόμενο στο σπίτι ενός μεγαλοαστού στην πρωτεύουσα τη δεκαετία του 1930 και με αυτήν ακριβώς επιλέγει να ξεκινήσει την αφήγηση του βιβλίου της η συγγραφέας.  Τότε οι κοινωνικές, οικονομικές και ταξικές διαφορές ήσαν ακόμη μεγαλύτερες μεταξύ της ελληνικής επαρχίας και της πρωτεύουσας και ο κόσμος του σπιτιού της κυρίας Θάλειας πρέπει να φάνταζε πραγματικά μαγικός και εξωτικός στα μάτια της μικρής Μαρίας. Η κυρία Θάλεια ήταν μία άγαμη γυναίκα σαράντα πέντε περίπου ετών, η οποία εργαζόταν ως δημοσιογράφος στην τότε Αθήνα της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά. Η μικρή Μαρία θα βιώσει όλες τις δυσκολίες της ταραγμένης δεκαετίας του 1936-1945 κοντά στη κυρία Θάλεια: μεταξική δικτατορία, γερμανική κατοχή,  ελληνικός εμφύλιος, μεταπολεμική Ελλάδα.

Η αφήγηση της Κοντού είναι απλή, επιδερμική, δίχως συναισθηματικές εξάρσεις. Ακροβατεί δε διαρκώς ανάμεσα στο ειδικό και στο γενικό, αφού επιλέγει να παρουσιάσει τόσο μεμονωμένα στιγμιότυπα από τη ζωή της Μαρίας κοντά στην κυρία Θάλεια, αλλά και ευρύτερα κοινωνικά γεγονότα από την ελληνική ιστορία.  Οι γειτόνισσες της κυρίας Θάλειας, η πρώην δασκάλα χορού, κυρία Τερψιχόρη, κι η Ευτέρπη, πρώην υψίφωνος στη Λυρική σκηνή παίζουν και αυτές τον ρόλο τους στην αφήγηση κοντά στα κεντρικά πρόσωπα της νουβέλας, μαζί με τον Σταύρο, τον αγαπητικό της Μαρίας και την έτερη άτυχη ψυχοκόρη μιας γειτόνισσας της κυρίας Θάλειας.

Εν κατακλείδι πρόκειται για ένα ανάλαφρο και ευκολοδιάβαστο βιβλίο, παρά τη σκοτεινή εποχή κατά την οποία διαδραματίζεται η υπόθεσή του, με έντονο το στοιχείο της περιγραφικότητας και της διακειμενικότητας.

Μιχάλης Σκολιανός, Αδιέξοδο, εκδ. Βακχικόν

 

 

Για το επαγγελματικό, κοινωνικό, οικονομικό και, εν τέλει, υπαρξιακό αδιέξοδο ενός νέου, μας μιλά στο μυθιστόρημά του με τον τίτλο «Αδιέξοδο» που επανεκδίδεται σήμερα από τις εκδόσεις Βακχικόν, ο διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ και  συγγραφέας Μιχάλης Σκολιανός.

Ο συγκεκριμένος συγγραφέας είχε μοιραστεί τις υπαρξιακές ανησυχίες του με το κοινό του ήδη και στην νουβέλα του με τίτλο «Στο κεφάλι μου», στην οποία ασχολείται και πάλι με τις υπαρξιακές ανησυχίες ενός τριαντάχρονου άνδρα στη σύγχρονη εποχή, ανησυχίες οι οποίες, προφανώς ταλανίζουν και τον ίδιο.

Ο Κώστας, ένας νεαρός απόφοιτος της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ είναι ο πρωταγωνιστής στο μυθιστόρημα του Σκολιανού. Ο Κώστας, με ένα κάπως ταραγμένο, είναι η αλήθεια, οικογενειακό παρελθόν, προσπαθεί να βρει δουλειά στην Ελλάδα του σήμερα, με τους χαμηλούς μισθούς και τις εξαιρετικά δύσκολες εργασιακές συνθήκες. Δεν είναι ότι του λείπουν τα προσόντα και η όρεξη για δουλειά, αλλά δεν θα μπορέσει να στεριώσει κάπου, για λόγους που δεν ευθύνεται ο ίδιος. Μόνη ηλιαχτίδα στη ζωή του, οι φίλοι του, ο Αλέξανδρος, ο Ηλίας και ο Παύλος, που θα φωτίσουν την, κατά τα άλλα απέραντη μοναξιά ενός ανθρώπου που διαβιεί σε μία σύγχρονη ελληνική μεγαλούπολη.

 Στις ερωτικές του σχέσεις ο Κώστας θα αποδειχθεί εξίσου άτυχος. Και ακριβώς αυτός, ο έρωτας δηλαδή, θα είναι αυτός που θα δώσει την αφορμή για το τραγικό και ανατρεπτικό φινάλε τόσο στη ζωή του Κώστα, όσο και στο τέλος του μυθιστορήματος του Σκολιανού.

Ο συγγραφέας, με αφορμή την εξιστόρηση της ζωής του ήρωά του, ενός κατεξοχήν νέου του καιρού του στην διεφθαρμένη και αφιλόξενη Ελλάδα του σήμερα, αδράττει της ευκαιρίας να στηλιτεύσει τα κακώς κείμενα της χώρας μας και ιδίως τους πολιτικούς που μας κυβερνούν.

Η αφήγησή του δεν είναι γραμμική, αλλά, αντίθετα, μας πηγαίνει διαρκώς μπρος –πίσω παρουσιάζοντας στιγμιότυπα από τη ζωή του Κώστα, από τα παιδικά του χρόνια μέχρι και τη σημερινή του κατάσταση.

Άραγε πόσοι νέοι, αλλά και άνθρωποι γενικότερα, βιώνουν σήμερα το τραγικό αυτό αδιέξοδο που βιώνει και ο Κώστας στο μυθιστόρημα; Πόσες τέτοιες απλές, καθημερινές ιστορίες  περιμένουν να βγουν στο φως; Και τι μπορεί να γίνει, εν τέλει, προκειμένου να βγει η ελληνική κοινωνία από αυτό το τέλμα; Τελικά πρέπει να πηγαίνουμε με τον «σταυρό στο χέρι» ή να υιοθετούμε μία πιο σκληροπυρηνική στάση ζωής, δίχως ευαισθησίες; Και πώς θα μπορέσουμε, τελικά, να ζήσουμε ευτυχισμένοι και ελεύθεροι; Υπαρξιακά ερωτήματα που τίθενται μεν στο βιβλίο του Σκολιανού, δύσκολα, όμως, βρίσκουν απάντηση.

Το «Αδιέξοδο» επομένως, είναι ένα μυθιστόρημα που απευθύνεται σε όλους τους σκεπτόμενους αναγνώστες του σήμερα και σε αυτούς που αισθάνονται εγκλωβισμένοι στα στεγανά της διεφθαρμένης ελληνικής κοινωνίας του σήμερα.

Τρίτη 4 Μαρτίου 2025

Γιάννης Καλπούζος, Μεθυστής, εκδ. Χάρτινη πόλη

 

Ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα για την Κρήτη της γερμανικής κατοχής

 

Το παρατσούκλι «Μεθυστής» το ’χε βγάλει στον Νέστορα ο πάππος του, ο Μιχαλαριάς που ζούσε στον Κρουσώνα. Άνοιγαν στη γειτονιά τα βαρέλια  του κρασιού τον Νοέμβριο του 1918, όταν είδαν τον Νέστορα να σκοτώνει ένα φίδι. Επτά χρονών τότε. Το κάρφωνε στο κεφάλι με σουβλερό και μακρύ ξύλο. «Ίδιος ο Αϊ- Γιώργης ο Μεθυστής! Μόνο τα’ άλογο σου λείπει!» έκραξε ο πάππος του κι έκτοτε τον αποκαλούσαν «Μεθυστή». Του ταίριαζε κι ως χαρακτήρας, αφού ρούφαγε δίχως βαρυγκόμιες κάθε σταλαγματιά της ζήσης”.

 

Αυτός, όπως περιγράφεται παραπάνω, είναι ο Νέστορας, ο αποκαλούμενος και ως «Μεθυστής». Πρόκειται για τον κεντρικό ήρωα του νέου ομότιτλου μυθιστορήματός του Γιάννη Καλπούζου. Ο Νέστορας, επομένως, είναι ένα γενναίο και λυγερόκορμο παλικάρι από το Ηράκλειο της Κρήτης, που ενσαρκώνει απόλυτα το ιδανικό του κρητικού άνδρα: γεροδεμένος και όμορφος σαν απολλώνιος θεός, δίκαιος κι εργατικός, ευαίσθητος και γαλαντόμος ως προς το αδύναμο φύλλο, λεβέντης και γενναίος, ο ήρωας αυτός θα μας ταξιδέψει, μέσω των πεπραγμένων του και της πένας του συγγραφέως, στην Κρήτη των ετών 1937-1945, της ταραγμένης εκείνης οκταετίας που η Ελλάδα βίωσε τη δικτατορία του Μεταξά, τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, τη γερμανική κατοχή και τον Ελληνικό Εμφύλιο.

Μοναδικός έρωτας της ζωής του η Αριάνθη, μια κοπέλα που ενσαρκώνει επίσης το ιδανικό της Κρητικοπούλας: πανέμορφη, σαν τα κρύα τα νερά, με ισχυρή, όμως, θέληση και πίστη στα ιδανικά της και αποφασισμένη να πραγματοποιήσει όλα της τα όνειρα, ακόμα και να συνδέσει τη ζωή της με τον κάπως κατώτερο κοινωνικά Νέστορα, αλλά και να σπουδάσει δασκάλα.

Γύρω από τους δύο κεντρικούς αυτούς ήρωες του βιβλίου, ο Γιάννης Καλπούζος υφαίνει προσεκτικά έναν ιστό από λογιών λογιών ετερόκλητους ήρωες, διαφορετικής ιδιοσυγκρασίας, κοινωνικής τάξης, φύλου και εθνικότητας, που όλοι μαζί όμως, συναποτελούν το πολύχρωμο μωσαϊκό του βιβλίου του. Σατανικοί Γερμανοί, πανούργοι δωσίλογοι και μαυραγορίτες, γενναίοι αντιστασιακοί, φτωχοί μεροκαματιάρηδες, φιλόδοξες γυναίκες, αστοί που θέλουν να ζήσουν τη ζωή τους και φλογεροί πατριώτες, όλοι αυτοί θα γίνουν το όχημα δια μέσου του οποίου θα μας περιγράψει ο συγγραφέας τα συγκλονιστικά γεγονότα των ταραγμένων εκείνων ετών, άλλα περισσότερο και άλλα λιγότερο γνωστά: τη Μάχη της Κρήτης, την καταστροφική πλημμύρα του 1937, το αποτυχημένο κίνημα κατά του Μεταξά στα Χανιά το 1938, τον σφοδρό βομβαρδισμό των Χανίων, την απαγωγή του Στρατηγού Κράιπε και ένα σωρό άλλα.

Η υπόθεση του μυθιστορήματος διαδραματίζεται κυρίως στο Ηράκλειο και δευτερευόντως στα Χανιά. Μέσα στο βιβλίο, υπάρχουν, όμως αναφορές και για άλλες πόλεις, όπως το Ρέθυμνο, αλλά και έτερα μέρη του νησιού.

Ο Καλπούζος έχει αποδείξει επανειλημμένα  στο αναγνωστικό κοινό του ότι είναι απολύτως ικανός στο να συνυφαίνει αριστοτεχνικά τον μύθο με την Ιστορία. Τα ιστορικά μυθιστορήματά του συνδυάζουν πάντοτε έναν μύθο με πολλές ανατροπές στην υπόθεσή του που θα μπορούσε να είναι αληθινός, καλοδουλεμένη γλώσσα,-στη συγκεκριμένη περίπτωση ζυμωμένη με την τοπική κρητική ντοπιολαλιά-ζωντανή πρόζα και γλαφυρές περιγραφές τόσο τον τόπων, όσο και των ιστορικών γεγονότων και των προσώπων που αναφέρονται στο βιβλίο, αλλά και εμβριθή έρευνα μέσα από έγκριτες ιστορικές πηγές. Όλα αυτά του επιτρέπουν να αναπαραστήσει ολοζώντανα την εποχή κατά την οποία διαδραματίζονται τα γεγονότα του μυθιστορήματός του. Και αυτή τη φορά ο συγγραφέας επιλέγει μία πιο άγνωστη και λιγότερο προβεβλημένη εποχή στην Κρήτη της Νεώτερης περιόδου: εκείνη της γερμανικής κατοχής. Κάτι πρωτότυπο σε σχέση με άλλα πονήματα, αν λάβουμε υπόψη μας ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μυθιστορημάτων που έχουν γραφτεί για τη Μεγαλόνησο της Νεώτερης εποχής ασχολούνται περισσότερο με τα γεγονότα της περιόδου της αυτόνομης Κρητικής Πολιτείας, διαδραματίζονται, δηλαδή, μεταξύ των τελών του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου.

Θα καταφέρουν, άραγε, οι ήρωες του Καλπούζου να αδράξουν την ευτυχία σε πείσμα των δύσκολων καιρών που τους έτυχε να γεννηθούν; Η απάντηση δίνεται μέσα στον «Μεθυστή», πάνω στα χώματα του πολύπαθου αυτού νησιού, του οποίου ο πολιτισμός και η ιστορία του δεν σταματά ποτέ να αποτελεί πηγή έμπνευσης τόσο για τη Λογοτεχνία, όσο και για την Τέχνη.