Κυριακή 6 Απριλίου 2025

Γεωργία Τάτση, γάμπαρη Αμβρακικού, εκδ. Βακχικόν

 

Μία νουβέλα αλληγορικής σημασίας, γεμάτη συμβολισμούς, συναισθήματα, αλλά και ποιητική, λυρική και εσωτερική γραφή καταθέτει η συγγραφέας Γεωργία Τάτση. Ο τίτλος της είναι κι αυτός αλληγορικός, αλλόκοτος και πρωτότυπος, όπως και το κείμενο: γάμπαρη Αμβρακικού.

Η Γεωργία Τάτση γεννήθηκε το 1952 στην Άρτα, αλλά ζει στην Αθήνα. Έχει σπουδάσει σκηνοθεσία και έχει εργαστεί για την ΕΡΤ. Έχει εκδώσει μία ακόμη νουβέλα με τίτλο «Πίσω από τον ήχο του νερού» και ένα ακόμη έργο το «Χορός σε ποτήρια». Η «γάμπαρη Αμβρακικού» πρωτοεκδόθηκε το 2019 και επανακυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις Βακχικόν.

Ηρωίδα στη νουβέλα αυτή είναι η Αλεξάνδρα μία γυναίκα με καταγωγή από την Κέκρυρα που βρίσκεται στην Αθήνα. Η Αλεξάνδρα, σε αυτή τη φάση της ζωής της παρουσιάζεται ταλαιπωρημένη από το πένθος για τον θάνατο του πατέρα της.

«Στη διάρκεια των μετακινήσεών σου με τον συρμό, για να γεμίζεις τον χρόνο, θέτεις σε εφαρμογή το τέχνασμά σου: κλείνεις τα μάτια και ανακαλείς ένα αγαπημένο πρόσωπο, έναν πίνακα ζωγραφικής, μια ιστορία κι άλλες φορές ανοίγεις ένα βιβλίο και χάνεσαι- μετά την παραλαβή του φακέλου βυθίζεσαι σε περιόδους της ζωής σου: συνήθως στην παιδική σου ηλικία».

Η συγγραφέας βάζει την Αλεξάνδρα να επιχειρήσει μία αναδρομή στην παιδική της ηλικία καθώς αυτή κινείται με τον συρμό του μετρό. Τα κεφάλαια, επομένως, της νουβέλας, τιτλοφορούνται με τις στάσεις του μετρό από τις οποίες περνά: Παλλήνη, Μοναστηράκι, Μέγαρο Μουσικής, Εθνική Άμυνα, Σύνταγμα και Ευαγγελισμός. Μοναδική «παραφωνία» σε αυτούς τους σταθμούς είναι η «στάση» Δημόσιον Ψυχιατρείον Κέρκυρας. Και αυτό διότι οι άγνωστες πληροφορίες που θα έρθουν στο φως από τον ιατρικό φάκελο του πατέρας της Αλεξάνδρας θα πυροδοτήσουν αναμνήσεις από το παρελθόν στις οποίες πρωταγωνιστούν και άλλα, γηραιότερα, μέλη της οικογένειας. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι οι τρεις μεγάλες ενότητες του βιβλίου τιτλοφορούνται «Εν τω οίκω», «Εν των ναώ», «Επί του τάφου».

Ο θάνατος του πατέρας της, φαίνεται να στιγματίζει την ηρωίδα και αυτή προσπαθεί να τον ξεπεράσει. Δεν είναι διόλου περίεργο, λοιπόν, που ανατρέχει στην παιδική της ηλικία. Εκεί, εξάλλου, βρίσκονται καλά θαμμένα μέσα σε κάθε έναν από εμάς όλα τα κλειδιά προκειμένου να κατανοήσουμε την ύπαρξή μας και το νόημα αυτής.

Η Αλεξάνδρα ακροβατεί μονίμως ανάμεσα στο συλλογικό και το προσωπικό, στην δική της προσωπική ιστορία και την ιστορία των Επτανήσων, στη βεβαιότητα και την αμφιβολία. Η συγγραφέας δράττεται της ευκαιρίας να αναφερθεί, μέσα στην αναδρομή της Αλεξάνδρας, σε κάποιους σημαντικούς ιστορικούς σταθμούς στην Ιστορία των Επτανήσων, όπως, για παράδειγμα, τον σεισμό του 1953.

Εν κατακλείδι πρόκειται για μία νουβέλα προσωπικής αναζήτησης δομημένη με πρωτότυπο τρόπο, ένα ταξίδι με αντίστροφη πορεία: από το τέλος προς την αρχή.

Σάββατο 5 Απριλίου 2025

Άννα Μίσιου, Εγγραμματοσύνη και δημοκρατία στην Αθήνα του 5ου αιώνα, ΠΕΚ

 


αρχείο λήψης (1)βνβν.jpg

 

Μία έξοχη έρευνα που διερευνά το φαινόμενο της εγγραμματοσύνης στην αρχαία Αθήνα και το πώς αυτό συνδέεται με τη δημοκρατία εκδίδουν οι Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Το εν λόγω έργο έχει τίτλο «Εγγραμματοσύνη και δημοκρατία στην Αθήνα του 5ου αιώνα» και το υπογράφει η ιστορικός και αρχαιολόγος από την Κατερίνη της Πιερίας, Άννα Μίσιου. Η συγγραφέας  γεννήθηκε το 1943, μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη και απεβίωσε το 2011. Σπούδασε στο εξωτερικό και δίδαξε Αρχαία Ιστορία σε διάφορα  ελληνικά πανεπιστήμια όσο βρισκόταν εν ζωή. Το έργο της αναφέρεται στην αθηναϊκή δημοκρατία του 5ου προχριστιανικού αιώνα, στις σχέσεις των δύο φύλων στην κλασική αρχαιότητα και στις σχέσεις των αρχαίων Ελλήνων με τους άλλους λαούς της Μεσογείου.

Σε ποιον βαθμό, επομένως, ήταν διαδεδομένη η εγγραμματοσύνη σε μία δημοκρατική κοινωνία όπως η αρχαία Αθήνα, στην οποία οι περισσότεροι πολίτες συμμετείχαν ενεργά στη διακυβέρνηση της πολιτείας; Ποιον ακριβώς ρόλο έπαιζε για τη δημοκρατία η συγκεκριμένη εγγραμματοσύνη; Και όταν λέμε εγγραμματοσύνη, τι ακριβώς εννοούμε; Πράγματι το ποσοστό των γραμματιζούμενων ήταν μεγαλύτερο στην αρχαία Αθήνα παρά στην υπόλοιπη αρχαία Ελλάδα;

Η συγγραφέας διακρίνει, κατ’ αρχάς την εγγραμματοσύνη σε διάφορα είδη: από εντελώς απούσα, μέχρι την οριακή εγγραμματοσύνη, τη μερική εγγραμματοσύνη, αλλά και τη λογοτεχνική, αυτή που θεωρούμε, δηλαδή, ως πλήρη εγγραμματοσύνη. Οπωσδήποτε, λοιπόν, στην αρχαία Αθήνα δεν μπορούμε να μιλάμε για πλήρη εγγραμματοσύνη στο μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, εφόσον, όμως, οι περισσότεροι Αθηναίοι πολίτες περνούσαν σε κάποια φάση της ζωής τους από το αξίωμα του βουλευτή, είναι εύλογο να υποθέσουμε πως διέθεταν τουλάχιστον οριακή εγγραμματοσύνη. Φυσικά, το ποσοστό των γραμματιζούμενων στην αρχαία Αθήνα δεν οφείλεται μόνο στη δημοκρατία, αλλά και στην έκταση του εμπορίου της πόλης. Την εγγραμματοσύνη των πολιτών μαρτυρούν, εξάλλου, και η πληθώρα των οστράκων-εξαιτίας του θεσμού του οστρακισμού- αλλά και των πολλών επιγραφών που έχουν βρεθείς στην πόλη.

Η συγγραφέας αποδεικνύει με σθεναρά επιχειρήματα ότι απόψεις όπως ότι η αρχαία Αθήνα ήταν αγροτική οικονομία και επομένως δεν μπορεί να διέθετε μεγάλο ποσοστό γραμματιζούμενων είναι πέρα ως πέρα λανθασμένη. Η εγγραμματοσύνη διευκόλυνε την επικοινωνία και αυτό είναι κάτι που το γνώριζαν καλά οι αρχαίοι Αθηναίοι. Τα γράμματα συνέδεαν μεταξύ τους τους δήμους της Αθήνας και εξυπηρετούσε πολιτικούς σκοπούς. Φυσικά οι πηγές μας για την κλασική αρχαιότητα και το συγκεκριμένο θέμα είναι ελλιπής, αλλά όλες οι ενδείξεις συγκλίνουν στο ότι η αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία ήταν πράγματι το πρώτο κράτος με μεγάλο ποσοστό γραμματιζούμενων ανθρώπων στους κόλπους του.

Η παρούσα έκδοση διαθέτει εικόνες, χάρτες και κατατοπιστικά σχεδιαγράμματα που βοηθούν τον αναγνώστη να κατανοήσει καλύτερα το όλο θέμα. Εντούτοις, πρόκειται για ένα βιβλίο με άρτια επιστημονική τεκμηρίωση που απευθύνεται, πρωτίστως, σε εξειδικευμένο σε ιστορικά θέματα αναγνωστικό κοινό.


Μαρία Λουκά, Δεκαέξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα, εκδ. Βακχικόν

 

Ένα βιβλίο που πρέπει να διαβάσουν όλοι οι εκπαιδευτικοί

 

            «Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα» του Ιταλού συγγραφέα Λουίτζι Πιραντέλλο. Και «Δεκαέξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα» της συγγραφέως από την Κύπρο, Μαρίας Λουκά. Η συγγραφέας εμπνέεται τον τίτλο του έργου της από το διασημότερο θεατρικό έργο του μεγάλου Ιταλού συγγραφέα και μας προσφέρει ένα μυθιστόρημα- τοιχογραφία μαρτυριών δεκαέξι διαφορετικών προσώπων. Τα θραύσματα των εξομολογήσεών τους αποτελούν τον κορμό του μυθιστορήματός της.

            Πρωταγωνιστής στις εξομολογήσεις και στο μυθιστόρημα είναι ένας παραβατικός και οργισμένος έφηβος, ο Μιχαήλ. Ένα δυσάρεστο επεισόδιο λαμβάνει χώρα στο σχολείο του και ο ίδιος βρίσκεται αντιμέτωπος με την ποινή της αποβολής, μαζί με άλλες δύο συμμαθήτριές του, την Ελένη και τη Χριστίνα. Οι τρεις νέοι θα εξαγοράσουν την ποινή τους δουλεύοντας για μία εβδομάδα σε ένα ίδρυμα κοινής ωφελείας, το Κέντρο Υποστηριζόμενης Διαβίωσης και Αποκατάστασης που φιλοξενεί ηλικιωμένους και ανθρώπους με κινητικά προβλήματα προς αποκατάσταση. Και αυτή η εβδομάδα που θα ζήσουν εκεί πρόκειται να τους αλλάξει όλους… Οι τρόφιμοι του κέντρου θα έχουν πολλά να τους πουν και να τους αφηγηθούν, πράγματα που θα τους κάνουν να δουν τη ζωή με άλλο μάτι.

Πέρα από τα παραπάνω, όμως, αυτό που μας εντυπωσιάζει στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα είναι, πρώτα πρώτα,  η δομή του. Είναι εξαιρετικά πρωτότυπη η ιδέα της αφήγησης των ίδιων γεγονότων από πολλές πλευρές, όχι, όμως, με ισοκατανεμημένες αφηγήσεις, αλλά με σαφές προβάδισμα σε κάποιους από τους χαρακτήρες του έργου: στα τρία παιδιά, στη διευθύντρια του σχολείου, στην αγαπημένη τους φιλόλογο και την ψυχολόγο του σχολείου. Οι αφηγήσεις των υπολοίπων συμπληρώνουν απλά το παζλ.    

Αυτό που αξίζει, όμως, να αναφερθεί, επίσης, είναι ο τρόπος που η συγγραφέας χειρίζεται και εκθέτει το όλο ζήτημα: ως εκπαιδευτικός-ας μην ξεχνάμε ότι η ίδια είναι φιλόλογος- που νοιάζεται για τα παιδιά και ασκεί το λειτούργημά της με κάθε υπευθυνότητα. Και στις μέρες μας που οι εκπαιδευτικοί αυτοί ολοένα και λιγοστεύουν, δυστυχώς, η αντίθεση αυτή φαντάζει ακόμη πιο έντονη ανάμεσα στους δύο αντιφατικούς χαρακτήρες του έργου: τον αδιάφορο και αντιπαθητικό φυσικό του σχολείου και τη γεμάτη έγνοια για τα παιδιά φιλόλογο.

Τα ενδοοικογενειακά προβλήματα που συνήθως ωθούν τα παιδιά σε τέτοιες παραβατικές συμπεριφορές είναι το άλλο μεγάλο θέμα του βιβλίου που θίγεται στις σελίδες του. Παιδιά που μεγαλώνουν με υπερπροστατευτικότητα ή αδιαφορία από τους γονείς, παιδιά από διαλυμένες με άσχημο τρόπο οικογένειες, ή από περιπτώσεις οικογενειακής κακοποίησης μπορούν εύκολα να εκδηλώσουν επιθετική συμπεριφορά. Το θέμα είναι οι εκπαιδευτικοί και οι ψυχολόγοι να εντοπίσουν  τις ρίζες του προβλήματος, προκειμένου να το θεραπεύσουν.

Ένα μυθιστόρημα για τους νέους, για τη ματιά που έχουν οι νέοι σήμερα στο σχολείο τους, στους εκπαιδευτικούς, στην οικογένειά τους και στην κοινωνία που όλοι οι εκπαιδευτικοί θα έπρεπε να διαβάσουν προκειμένου να προβληματιστούν.

Διονύσης Σαββόπουλος, Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα, εκδ. Πατάκη

 

Τι επιλέγει να πει για τον εαυτό του ο μεγάλος τραγουδοποιός Διονύσης Σαββόπουλος

 

            Τι να πεις κανείς για τον… «Νιόνιο», τον κατά κόσμον Διονύση Σαββόπουλο, με τα τραγούδια του οποίου μεγάλωσαν γενιές Ελλήνων στα τέλη του εικοστού αιώνα… Επειδή, επομένως, ό,τι κι αν πούμε εμείς είναι λίγο, ας δούμε καλύτερα τι λέει ο ίδιος για τον εαυτό του, τη ζωή και το έργο του μέσα σε μία εκ βαθέων ολοζώντανη εξομολόγηση-τη ζωντάνιά της εγγυάται το γεγονός ότι ο Σαββόπουλος δεν την έγραψε, αλλά την υπαγόρευσε προφορικά.

Οπωσδήποτε, κανένας δεν αρνείται ότι είναι «της μόδας» να εκδίδονται βιογραφίες καλλιτεχνών σήμερα, τόσο μουσικών, όσο και ηθοποιών, γραμμένες από τους ίδιους. Όμως, αλήθεια είναι ακόμα ότι το βιτριολικό χιούμορ και η αστείρευτη ζωντάνια και η όρεξη για ζωή που επιδεικνύει πάντοτε στις ζωντανές εμφανίσεις του ο «Νιόνιος», διατρέχει, επίσης σαφέστατα απ’ άκρη σ’ άκρη όλη την έκταση του βιβλίου του. Επομένως, η αναγνωστική απόλαυση είναι εγγυημένη.

Επιπροσθέτως, νομίζω ότι για όποιον είναι γεννημένος από το 1950 μέχρι και το 1990, το παρόν πόνημα θα τον ταξιδέψει πίσω σε όμορφες εποχές, στη χρυσή μεταπολεμική εποχή και σε έναν κόσμο που οι περισσότεροι της γενιάς μας νοσταλγούν έντονα.

Η αφήγηση του Σαββόπουλου δεν είναι ευθύγραμμη, αλλά αυθόρμητη. Ανά κεφάλαιο διαλέγει ο ίδιος για τι ακριβώς θα μιλήσει στους αναγνώστες του: για τα παιδικά του χρόνια, για τη φυγή του από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα και το δύσκολο ξεκίνημά του ως μουσικός. Για τις σπουδές που δεν έκανε σε ωδείο, αλλά δίπλα στον μεγάλο δάσκαλο Αλέξανδρο Αινιάν. Για τα χρόνια της πείνας όταν ζούσε άνεργος στην πρωτεύουσα. Για τη γνωριμία με την «Ασπούλα» του, τη σύντροφο της ζωής του. Για τις στιγμές που υπήρξε καλός-αλλά και κακός ενίοτε-πατέρας για τα δύο παιδιά του, τον Κορνήλιο και τον Ρωμανό. Για τα δύσκολα χρόνια της λογοκρισίας και τη χούντα. Για τις μπουάτ που τραγουδούσε. Για τον μεγάλο Μάνο Χατζιδάκι που θαύμαζε απεριόριστα μαζί με τον φιλόλογό του Δημήτρη Βαφειάδη και τον ποιητή Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου. Για τον στρατό. Για πολλούς συναδέλφους του χώρου του, για φιλίες και έχθρες. Για τις δουλειές του με τις δισκογραφικές και για αδικίες που υπέστη σχετικά με τα πνευματικά δικαιώματα. Για τα χρόνια που έμενε στο Παρίσι. Και για ένα σωρό άλλα που θα μας ταξιδέψουν όχι μόνο στους σταθμούς της ζωής του μεγάλου μουσικού, αλλά και στην Ελλάδα του εικοστού αιώνα.

Όπως γράφει και ο ίδιος στο οπισθόφυλλο του βιβλίο του, ελπίζει να βρούμε διασκεδαστική την όλη προσπάθειά του. Και εμείς, πράγματι, τη βρήκαμε. Διότι, εκτός από εξαίρετος μουσικός και στιχουργός ο Σαββόπουλος αποδεικνύεται και έξοχος παραμυθάς και αφηγητής.