Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

Χαβιέρ Μαρίας, Μπέρτα Ίσλα, εκδ. Πατάκη

 

Χαβιέρ Μαρίας, Μπέρτα Ίσλα, εκδ. Πατάκη

 

            Την ερωτική ιστορία ενός ζευγαριού-ή το χρονικό ενός προβληματικού γάμου, όπως το εκλάβει κανείς-μας αφηγείται ο Ισπανός συγγραφέας, γέννημα θρέμμα της Μαδρίτης Χαβιέρ Μαρίας, στο νέο του μυθιστόρημα με τίτλο «Μπέρτα Ίσλα»  που μεταφέρει στην ελληνική γλώσσα αριστοτεχνικά η Χριστίνα Θεοδωροπούλου. Ο Χαβιέρ Μαρίας είναι γνωστός στο ελληνικό κοινό από τα βιβλία του «Ερωτοτροπίες», «Έτσι αρχίζει το κακό» και «Γράφοντας τις ζωές των άλλων» τα οποία έχουν μεταφραστεί ως τώρα στα ελληνικά και έχει βραβευτεί πολλάκις για το έργο του.

            Η Μπέρτα Ίσλα είναι μία όμορφη και γοητευτική Μαδριλένα που θα γνωρίσει στο σχολείο τον χαρισματικό Ισπανοβρετανό Τομάς Νέβινσον στη Μαδρίτη της δεκαετίας του 1960. Ο Νέβινσον είναι καταπληκτικός μίμος και χειρίζεται με ευχέρεια πολλές γλώσσες, προσόντα που δεν θα περάσουν απαρατήρητα όταν θα σπουδάσει στην Οξφόρδη. Τελικά, ο Τομάς, θα παντρευτεί την Μπέρτα, αλλά θα βρεθεί μπλεγμένος στα γρανάζια της βρετανικής κατασκοπείας. Θα εργαστεί ως κατάσκοπος και θα αναγκαστεί να αφήνει πίσω στη Μαδρίτη για μεγάλα διαστήματα την Μπέρτα μαζί με τα δυο του παιδιά, τον Γκιγιέρμο και την Ελίσα. Η Μπέρτα, από την άλλη, θα αναγκαστεί να βιώνει όλη την αγωνία που συνεπάγονται οι μακρόχρονες απουσίες του, να μεγαλώνει δυο παιδιά μόνη της, και να ζει σαν εργένισσα. Όταν, όμως, ο Τομάς θα κηρυχθεί αγνοούμενος και αργότερα νεκρός, θα βρει άραγε η Μπέρτα την υπομονή να τον περιμένει για άλλη μία φορά;

            Το μυθιστόρημα θα το ξεχωρίσουμε πρωτίστως για την μοναδική αφηγηματική ικανότητα του συγγραφέα, για τον απύθμενο λυρισμό του και τον τρόπο να περιγράφει κυριολεκτικά τα πάντα στις σκηνές του με έναν εμμονικό ρεαλισμό, ο οποίος, όμως, μας ταξιδεύει παραστατικότατα πίσω στη Μαδρίτη  των τελών του εικοστού αιώνα.

Ο λόγος του Μαρίας είναι μακροπερίοδος με τάσεις αποφθεγματικές και ο συγγραφέας αρέσκεται να χρησιμοποιεί διαρκώς την τεχνική της επιβράδυνσης, αφού αφηγείται τα πάντα δίχως ίχνος βιασύνης. Οι λέξεις που χρησιμοποιεί δεν είναι τυχαίες, αλλά προσεκτικά διαλεγμένες. Στις εκτενείς περιγραφές του διατρέχει με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο τον ψυχισμό των ηρώων του καταγράφοντας καρέ καρέ τις πιο μύχιες σκέψεις τους και με τις πραγματικά υπέροχα ατμοσφαιρικές και υποβλητικές περιγραφές του-η σκηνή με τον αναπτήρα zippo και την απειλή της φωτιάς είναι από τις δυνατότερες και από τις ωραιότερες του μυθιστορήματος-ο Μαρίας δημιουργεί ένα αριστούργημα.

Οπωσδήποτε το μυθιστόρημα αυτό είναι κάτι πολύ περισσότερο από το απλό χρονικό ενός γάμου. Τα θέματα της αλήθειας, της αγάπης, της κατασκοπείας και της απώλειας, όλα μπαίνουν στο μικροσκόπιο του συγγραφέα και ο συγγραφέας διατηρεί το ενδιαφέρον των αναγνωστών δίχως να πέσει στην παγίδα του να δημιουργήσει ένα απλό κατασκοπευτικό θρίλερ. Αφηγείται την ιστορία του περισσότερο από την πλευρά της Μπέρτα, παρά από εκείνη του Τομάς, και αφήνει σκόπιμα στο τέλος τον αναγνώστη-όπως και τη Μπέρτα- σε σκόπιμη συσκότιση σχετικά με τις ακριβείς κατασκοπευτικές δραστηριότητες του Τομάς. Και αυτό διότι το επίκεντρο της αφήγησης του Μαρίας δεν είναι το επάγγελμα του Τομάς, αλλά  το πώς αυτό το τόσο αλλοπρόσαλλο επάγγελμα επηρέασε τελικά τον έρωτα και τον γάμο δύο ανθρώπων. Παρ’ όλα αυτά, θα λέγαμε ότι ο συγγραφέας, που τόσο αριστοτεχνικά διεισδύει στον ψυχισμό των ηρώων του, καταφέρνει, εντούτοις, να διατηρήσει μια κάποια αποστασιοποίηση και αντικειμενικότητα από τα γεγονότα που αφηγείται, διατηρεί, δηλαδή, τον ρόλο του εξωτερικού παρατηρητή στην αφήγηση.


Rachid Benzine, Ο βιβλιοπώλης της Γάζας, εκδ. Ψυχογιός

 

«Ο βιβλιοπώλης της Γάζας» δεν είναι ένα ακόμα αντιπολεμικό βιβλίο για τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, για το συνεχιζόμενο επί δεκαετίες ολόκληρες δράμα των Παλαιστινίων-αλλά και των Ισραηλινών που πέφτουν θύματα τρομοκρατικών επιθέσεων. Είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό, ένα διαφορετικό βιβλίο από όσα έχουμε διαβάσει κατά καιρούς για το θέμα αυτό.

Η διαφορετικότητά του αυτή οφείλεται πρωτίστως στην δεινή αφηγηματική ικανότητα του Μαροκινού συγγραφέα Ρασίντ Μπενζίν. Ο συγκεκριμένος συγγραφέας, δια μέσου της πένας του, καταφέρνει να κάνει την προσωπική και τραγική ιστορία του βιβλιοπώλη της Γάζας, του Ναμπίλ αλ Τζάμπερ, κτήμα όλων μας, να τη μεταμορφώσει σε πανανθρώπινη ιστορία που μπορεί να την οικειοποιηθεί οποιοσδήποτε άνθρωπος στον πλανήτη μας έχει βιώσει τη φρίκη του πολέμου σε κάποια φάση της ζωής του.

Ο Ναμπίλ αλ Τζαμπέρ, ο βιβλιοπώλης της Γάζας γεννήθηκε υπό καθεστώς προσφυγιάς. Οι δύσκολες συνθήκες διαβίωσης ήταν για αυτόν ο κανόνας στους πολυάνθρωπους προσφυγικούς κατακλυσμούς των Παλαιστινίων όπου έτυχε να γεννηθεί. Και καθώς μεγάλωνε, δυστυχώς, τα πράγματα δεν έγιναν καλύτερα, αλλά χειρότερα. Ο φανατισμός και η βία αντί να ελαττωθούν εξαπλώθηκαν περαιτέρω μέσω των τρομοκρατικών οργανώσεων, τόσο των Παλαιστινίων, όσο και του Ισραήλ. Οι απλοί άνθρωποι, όμως, εκείνοι που δεν αντιλαμβάνονται τα περίπλοκα τερτίπια της πολιτικής, είναι απλώς τα θύματα όλων αυτών των λανθασμένων πολιτικών αποφάσεων που λαμβάνονται αγνοώντας τη μοίρα των λαών… Διότι ο βιβλιοπώλης της Γάζας φτάνει σε σημείο να θρηνήσει ακόμη και τον ίδιο του τον γιο ανάμεσα στα θύματα της συνεχιζόμενης τραγωδίας…

Αυτή είναι ολίγοις η βασική θέση του αντιπολεμικού αυτού μυθιστορήματος που συγγράφει ο Μαροκινός συγγραφέας. Το μυθιστόρημά του θα μας συνεπάρει, αλλά και θα μας προβληματίσει. Η ιστορία του βιβλιοπώλη της Γάζας, που αφηγείται ο ίδιος σε πρώτο πρόσωπο στον Γάλλο φωτογράφο που τον επισκέπτεται, τον Ζιλιέν Ντεμάνζ, μας δίνει τόσο το ιστορικό πλαίσιο της μακροχρόνιας αυτής διαμάχης μεταξύ Παλαιστινίων και Ισραηλινών, όσο και το δράμα που βιώνει επί δεκαετίες ο απλός λαός. «Αναγνωρίζουμε την ευτυχία από τον ήχο που αφήνει όταν φεύγει», μας λέει μέσα ο συγγραφέας μεταφέροντας τη ρήση αυτή κάποιου σοφού στο βιβλίο του. Και πράγματι, διαπιστώνουμε ότι είναι ακριβώς έτσι. Αναγνωρίζουμε ότι ήμασταν ευτυχισμένοι μόνο όταν αυτή μας αφήσει και μπορέσουμε να αντιπαραθέσουμε την απολεσθείσα ευτυχία μας με την τωρινή μας δυστυχία. Αν και μεγάλο μέρος των λαών της Μέσης Ανατολής δεν έχει δυστυχώς να θυμάται καμία στιγμή ευτυχίας, αφού οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που ζουν σήμερα δεν έχουν γνωρίσει πως είναι μία ζωή δίχως πόνο, δίχως προσφυγιά και δίχως πόλεμο.

Ο συγγραφέας περιγράφει το σκηνικό του πολέμου με άφθονο λυρισμό, ο οποίος έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις σκληρές εικόνες που μας παραδίδει από τις ρημαγμένες από τον πόλεμο πόλεις:

«Προσόψεις διαλυμένες, ξεκοιλιασμένες σαν κουφάρια ψόφιων ζώων. Τα μπετονένια σωθικά κρέμονται, ανάκατα, σκορπισμένα στα πεζοδρόμια. Τα σπίτια δεν είναι πια παρά θωρακικές κοιλότητες, σμπαραλιασμένες. Λες και είχαν εκραγεί σε χίλια κομμάτια. {…}Όλα μοιάζουν να ουρλιάζουν. Να ουρλιάζουν χωρίς λόγο. Τα πεζοδρόμια είναι μια θάλασσα από μπάζα, κομμάτια μπετόν κονιορτοποιημένα, δοκάρια σπασμένα, θαρρείς κι ένας γίγαντας συνέθλιψε την πόλη κάτω απ’ τα πόδια του. Τα αυτοκίνητα, ή τέλος πάντων ό,τι έχει απομείνει απ’ αυτά, καμένα, καρβουνιασμένα, το ένα πάνω στο άλλο μες στα ερείπια, σαν προσαραγμένες βάρκες. Κουρελιασμένες σημαίες μαρτυρούν μια απατηλή προσμονή. Με κάποιες αποχρώσεις κόκκινου ή πράσινου, γαντζωμένα όπου λάχει, κομμάτια από σάρκες που κρέμονται. Απελπισμένα γκράφιτι ψυχομαχούν στους θρυμματισμένους τοίχους. Όλα αυτά δεν έχουν πια σημασία. Ένα νεκροταφείο όπου ακόμη και οι σκιές φαντάζουν χαμένες».

Αυτή ήταν η πόλη του πολέμου, ο περιβάλλοντας χώρος της σύγκρουσης. Και πώς είναι, άραγε, οι άνθρωποι του πολέμου;

«Κι όμως οι άνθρωποι  εξακολουθούν να ζουν. Ένα θέατρο εξαθλίωσης και τρέλας, ένας γκροτέσκος χορός, όπου οι ζωντανοί δεν είναι εντελώς ζωντανοί, μα όχι κι εντελώς πεθαμένοι. Σέρνονται ανάμεσα στα ερείπια σαν φαντάσματα, με το ύφος εκείνων που έχουν δει τα πάντα, έχουν χάσει τα πάντα, και δεν περιμένουν πια τίποτε, παρά μόνο το τέλος. Αλλά αυτό συνεχίζεται».

Πολλές φορές θα μας εντυπωσιάσει και το γεγονός ότι ο συγγραφέας χρησιμοποιεί και το δύσκολο δεύτερο ενικό πρόσωπο στην αφήγησή του, όταν απευθύνεται στον Γάλλο φωτογράφο και μας περιγράφει τις κινήσεις του και τη συνάντησή του  με τον βιβλιοπώλη της Γάζας.

Η ιστορία μιας ζωής, του βιβλιοπώλη της Γάζας, αλλά, συγχρόνως, και η ιστορία ενός ολόκληρου λαού, των Παλαιστινίων και η ιστορία μιας περιοχής της Μέσης Ανατολής, όλα μέσα σε ένα μικρό μυθιστόρημα, μόλις 127 σελίδων στην ελληνική έκδοση και την πολύ εύρυθμη μετάφραση από τα γαλλικά της Ρίτας Κολαΐτη.

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Αλάα Αλ-Ασουάνι, Τα δέντρα περπατούν στην Αλεξάνδρεια, εκδ. Πατάκη


 

Ένα βιβλίο-κόσμημα που καταγγέλλει τη δικτατορία-τότε και σήμερα

 

                Ένα από τα καλύτερα βιβλία που εκδόθηκαν στη χώρα μας το 2025 ήταν, αναντίρρητα, το βιβλίο του ξεχωριστού και πολύ αξιόλογου Αιγύπτιου συγγραφέα Αλάα Αλ-Ασουάνι, γεννημένου το 1957 στο Κάιρο, αλλά μετανάστη σήμερα στις ΗΠΑ από το 2019, λόγω διαφωνίας με το σύγχρονο αιγυπτιακό καθεστώς. Το μυθιστόρημα τιτλοφορείται με τον κάπως παράδοξο, είναι η αλήθεια, τίτλο «Τα δέντρα περπατούν στην Αλεξάνδρεια». Σε αυτό, όπως και στα άλλα του έργα, ο συγγραφέας  δηλώνεται και πάλι ευθέως ως σφοδρός πολέμιος του εθνικισμού, του θρησκευτικού φανατισμού και κάθε μορφής δικτατορίας, είτε αυτή προέρχεται από τον χώρο της δεξιάς, είτε της αριστεράς.

                Ομολογώ ότι έως τώρα δεν είχε τύχει να διαβάσω άλλο βιβλίο του συγκεκριμένου συγγραφέα, ούτε και το «Μέγαρο Γιακουμπιάν», το οποίο, όπως λέγεται, είναι και το πιο διάσημο από τα μέχρι τώρα έργα του. Όμως, μετά την πραγματικά υπέροχη αναγνωστική εμπειρία που είχα με το εν λόγω μυθιστόρημα, οπωσδήποτε θα αναζητήσω οπωσδήποτε και τα άλλα βιβλία του συγγραφέα, αφού σπάνια συναντάμε βιβλία που να μας ενθουσιάζουν τόσο σήμερα.

 Τι το τόσο ιδιαίτερο διαθέτει, λοιπόν, αυτό το βιβλίο που το κάνει τόσο ξεχωριστό; Μα ό,τι απαιτούμε να διαθέτει συνήθως ένα μυθιστόρημα προκειμένου να θεωρηθεί επιτυχημένο: υπέροχη γραφή-και μετάφραση, εφόσον πρόκειται για ξενόγλωσσο έργο -, ιστορική έρευνα-εφόσον πρόκειται για ιστορικό μυθιστόρημα ή μυθιστόρημα εποχής-, συναρπαστική υπόθεση, πλούτο ιδεών, πρωτοτυπία και πλήρη σκιαγράφηση των χαρακτήρων του μυθιστορήματος. «Τα δέντρα περπατούν στην Αλεξάνδρεια» διαθέτουν όλα τα παραπάνω στον υπερθετικό βαθμό.

Ο Αλάα Αλ-Ασουάνι καταγγέλλει πραγματικά με συγκλονιστικό τρόπο τη νασερική δικτατορία-με ευθεία αναλογία στην καταπίεση του σημερινού αιγυπτιακού καθεστώτος φυσικά- και την αδικαιολόγητη εχθρότητα που αυτό επέδειξε προς όλους τους «ξένους» Αιγυπτιώτες, οι οποίοι, όμως, είχαν μεγαλώσει στην Αλεξάνδρεια και αισθάνονταν Αλεξανδρινοί στην καταγωγή και δεμένοι με τον τόπο τους, όπως διαλαλούν οι ίδιοι περίτρανα σε κάποια σημεία του βιβλίου.

«Έζησα όλη μου τη ζωή πιστεύοντας πως είμαι Αιγύπτιος. Ούτε στιγμή δε σκέφτηκα πως ήμουν ξένος. Και για την επαγγελματική μου επιτυχία στον χώρο της βιομηχανίας, ένιωθα περήφανος ως Αιγύπτιος», θα ομολογήσει πικραμένος ένας από τους ήρωες του βιβλίου, ο εργοστασιάρχης Τόνυ Καζάν, για να του αποκριθεί πολύ ορθά ο φίλος του, ο Αιγύπτιος δικηγόρος Αμπάς: «Ένας δικτάτορας, βέβαια, μονοπωλεί τον πατριωτισμό και θέτει υπό αμφισβήτηση των πατριωτισμό των άλλων».

Οι δυο τους, ο Τόνυ και ο Αμπάς, αποτελούν μέλη του Συνεδρίου, μιας παρέας Αιγυπτίων και Ευρωπαίων που συναντιέται τα βράδια στο φημισμένο εστιατόριο του Γιώργου Αρτινού, αφού αυτό κλείσει, προκειμένου να συζητήσουν για ποικίλα θέματα, χωρίς πάντοτε να συμφωνούν, αλλά και να διασκεδάσουν. Η Νόα, σύζυγος του Αμπάς και θύμα των αλλαγών που επέφερε το νέο καθεστώς. Η Λήδα που διευθύνει το εστιατόριο, μαζί με τον Κάρλο Σαμπατίνι, τον Ιταλο-αιγύπτιο που τη βοηθά. Οι δυο τους, μαζί με τον Τόνυ, ως επιχειρηματίες είναι αναγκασμένοι να διατηρούν μία πιο συμβιβαστική στάση απέναντι στο καθεστώς-ως πότε όμως; Η Σαντάλ, η γαλλίδα διευθύντρια ενός από τα πιο ξακουστά βιβλιοπωλεία της Αλεξάνδρειας, μία επιτυχημένη εργένισσα. Και ο Ανάς, γνωστός ζωγράφος, υπέρμαχος της ελευθερίας και πολέμιος της προσωπολατρίας που βλέπει να αναπτύσσεται τελευταία γύρω από τον ηγέτη της χώρας.

Κοντά σε όλους αυτούς τους αστούς, ο συγγραφέας θα τοποθετήσει συνταγματάρχες του νασερικού στρατού, άλλοι από τους οποίους είναι φανατικοί υποστηρικτές του καθεστώτος και άλλοι όχι, απλούς Αιγυπτίους, γοητευτικές χορεύτριες και μπράβους της νύχτας, εργάτες, Ευρωπαίους μετανάστες και άλλους. Έτσι θα συμπληρωθεί το πλήρες πορτρέτο της πόλης της Αλεξάνδρειας εν έτει 1964, τότε που διαδραματίζονται τα γεγονότα του βιβλίου, δώδεκα χρόνια, δηλαδή, μετά από την άνοδο στην εξουσία του Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ. Η Αραβική Σοσιαλιστική Ένωση θα στραφεί, σιγά σιγά, ενάντια σε όλα τους «ξένους» στις πόλεις, αλλά και ενάντια στους εργοστασιάρχες και ιδιοκτήτες επιχείρησης. Ο συγγραφέας παρουσιάζει τον νασερικό κλοιό να σφίγγει ολοένα και περισσότερο καθώς περνάει ο καιρός  και τις ζωές των μελών του Συνεδρίου να αλλάζουν ριζικά χωρίς οι ίδιοι να μπορούν να κάνουν το παραμικρό για να αποτρέψουν τις δυσμενείς για αυτούς εξελίξεις. Διότι ακόμη και ο ελεύθερος έρωτας θα τεθεί υπό αμφισβήτηση σε μία Αλεξάνδρεια όπου οι αρχές της μυστικής αστυνομίας, αλλά και απλοί πολίτες παρακολουθούν διαρκώς τους «αντιφρονούντες».

Ο Αλάα Αλ –Ασουάνι περιγράφει αριστοτεχνικά τον περιβάλλοντα χώρο, δηλαδή την Αλεξάνδρεια, τις αλλαγές που αυτή βίωσε κάτω από τη νασερική κυριαρχία, αλλά και τις ζωές των πρωταγωνιστών του που ζουν, συγκρούονται μεταξύ τους αντιπαρατιθέμενοι σε συζητήσεις, ερωτεύονται, μα πάνω απ’ όλα ζουν και ελπίζουν σε μία πόλη που λατρεύουν, μία πόλη που γίνεται, όμως, όσο περνά ο καιρός ολοένα και πιο εχθρική και ξένη απέναντί τους, μία Αλεξάνδρεια που αλλάζει τόσο πολύ σε σχέση με παλιά, που ακόμη και τα δέντρα θα αρχίσουν σε λίγο να περπατούν σε αυτή…

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Richard A. Billows, Πριν και μετά από τον Αλέξανδρο, εκδ. πατάκη

 

Πολλά έχουν γραφτεί για τον Φίλιππο, τον Αλέξανδρο και τους διαδόχους του  Αλεξάνδρου, τόσο από Έλληνες, όσο και από ξένους συγγραφείς και εξίσου πολλά από αυτά που γνωρίζουμε έχουν αναθεωρηθεί από τη νεώτερη ιστοριογραφία σήμερα. Εντούτοις, το παρόν πόνημα του Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Κολούμπια Richard A. Βillows, δεν είναι ένα ακόμη από τα πολλά βιβλία που κυκλοφορούν στο εμπόριο σχετικά με τη μακεδονική ιστορία και την ιστορία των ελληνιστικών χρόνων, αλλά ένα ευκολοδιάβαστο βιβλίο που μπορούν όλοι να διαβάσουν, κι ας μην διαθέτουν την ιδιότητα του ιστορικού. Επιπροσθέτως, πρόκειται για ένα βιβλίο που καταρρίπτει αρκετούς μύθους και αναθεωρεί κάποιες καθιερωμένες απόψεις της παλιάς ιστοριογραφικής σχολής.

            Στα θετικά του βιβλίου πρέπει να συγκαταλεγεί η περιληπτική απόδοση κάποιων θεμάτων- αλλά και η εκτενής αναφορά, από την άλλη, σε κάποια άλλα θέματα-, ο συναρπαστικός τρόπος γραφής, διόλου επιτηδευμένος και δύσκολος για τον υποψήφιο αναγνώστη που στερείται γνώσεων ιστορίας, αλλά και η αντικειμενικότητα του συγγραφέα, ο οποίος, καθότι μη Έλληνας, κατορθώνει και διατηρεί μία απόσταση από τα γεγονότα, απαλλαγμένη από τους συναισθηματισμούς που αναπόφευκτα θα πλημμυρίσουν τον Έλληνα ιστορικό που ασχολείται με ένα τέτοιο θέμα.

Προσωπικά απολαμβάνω τα μέγιστα να διαβάζω ελληνική ιστορία γραμμένη από ξένους συγγραφείς, για ακριβώς αυτόν τον λόγο που προανέφερα. Επίσης, δεν έχω διαβάσει πουθενά αλλού τόσο αποστομωτική και τόσο καλά τεκμηριωμένη απάντηση στο επίμαχο ζήτημα εάν ήταν οι Μακεδόνες ήταν τελικά Έλληνες ή όχι. Ο Έλληνας αναγνώστης, βέβαια, μπορεί να θεωρήσει ότι δεν υφίστατο καν τέτοιο ερώτημα και ότι ο συγγραφέας ματαίως ασχολείται με ένα τέτοιο «λυμένο εξολοκλήρου», για εμάς τους Έλληνες ζήτημα. Κι όμως, η προσέγγισή του σχετικά με αυτό το ζήτημα είναι σωστά τεκμηριωμένη και σοφή: οι Μακεδόνες μπορεί να μην ήταν φυλετικά Έλληνες, από άποψη καταγωγής τουλάχιστον, μιας και η καταγωγή που φέρεται να έλκουν από τους Αργείους βασιλείς αποδεικνύεται μάλλον πλαστή, όμως από πολιτισμική και γλωσσολογική άποψη σίγουρα ήσαν Έλληνες, αφού η μακεδονική δεν είναι παρά μία από τις ελληνικές διαλέκτους, τα ονόματα των Μακεδόνων ήταν, φυσικά, ελληνικά και η γλώσσα και ο πολιτισμός που τελικά διέδωσαν στα βάθη της Ασίας ήταν ελληνικά.

Πέρα από αυτό το θέμα, το οποίο αναλύει διεξοδικά στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του που αναφέρεται στη Μακεδονία πριν από τον Φίλιππο τον Β΄, ο συγγραφέας αφιερώνει μεγάλο μέρος του βιβλίου του στα παιδικά χρόνια, τις μεταρρυθμίσεις, τη βασιλεία και το ποιόν του μεγαλύτερου βασιλιά της Μακεδονίας: όχι του Αλέξανδρου, όπως έχουμε συνηθίσει να λέμε, αλλά του Φιλίππου, ο οποίος αποδεικνύεται τελικά περισσότερο Μέγας από τον γιο του, είτε μας αρέσει, είτε όχι. Και αυτό διότι ο Φίλιππος ήταν ο γίγαντας πάνω στον οποίο πάτησε ο Αλέξανδρος προκειμένου να υλοποιήσει το κατακτητικό του πρόγραμμα- το οποίο, βέβαια, δεν αποτελούσε σχέδιο του Αλέξανδρου, αλλά του Φιλίππου, απλώς αυτός δεν πρόλαβε να το υλοποιήσει.

Ο συγγραφέας με διόλου σαθρά επιχειρήματα αναλύει τις τιτάνιες προσπάθειες που κατέβαλε ο Φίλιππος προκειμένου να ιδρύσει το μακεδονικό κράτος σχεδόν από την αρχή και στην τεράστια επιρροή που είχε ως προσωπικότητα και ως πανάξιος βασιλιάς, ακόμη και μετά από τον θάνατό του. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι όλοι οι μεγάλοι στρατηγοί του Αλεξάνδρου, αλλά και ο ίδιος ο Αλέξανδρος, είχαν μαθητεύσει κοντά στον μεγάλο στρατηγό και μεταρρυθμιστή του στρατού Φίλιππο.

Στην ίδια τη βασιλεία του Αλέξανδρου ο Billows στέκεται κάπως λιγότερο, αφού θεωρεί ότι ακόμη περισσότερο μελάνι έχει χυθεί για την εκστρατεία του Αλεξάνδρου στην Ανατολή. Στέκεται, όμως, στην αναθεώρηση κάποιων μύθων που σχετίζονται με τη βασιλεία του και στην ενδελεχή σκιαγράφηση της προσωπικότητάς του.

Ακολούθως, αφιερώνει τα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου του στους πολέμους των διαδόχων και στον πολιτισμό των ελληνιστικών χρόνων, έναν πολιτισμό ο οποίος διατηρήθηκε από τους μεταγενέστερους  κατακτητές Ρωμαίους, αλλά και κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, καλυμμένος από το απαραίτητο χριστιανικό πέπλο της εποχής.

Εξαίρετο από κάθε άποψη, το παρόν πόνημα συγκατελέγεται αναντίρρητα στα καλύτερα ιστορικά βιβλία που εκδόθηκαν τη χρονιά που μας πέρασε.