Σάββατο 18 Μαΐου 2024

Πάνος Παντελούκας, Μυστήριο στην Παλμαρόλα, εκδ. Βακχικόν

 

Στο είδος της αστυνομικής νουβέλας ξεχωρίζουν τα βιβλία του δικηγόρου απόφοιτου της Νομικής Σχολής Αθηνών  και ειδικευμένου στο Ευρωπαϊκό και το Διεθνές Δίκαιο Πάνου Παντελούκα. Το παρόν πόνημά του με τίτλο «Μυστήριο στην Παλμαρόλα» αποτελεί το τρίτο βιβλίο της σειράς με ήρωα τον συμπαθή Ιταλό καθηγητή εγκληματολογίας Οράτσιο Σπινέλλι.

 

Το πρώτο βιβλίο της σειράς τιτλοφορούταν «Έγκλημα στο Πότζο» και το δεύτερο «Ο Σπινέλλι στον κάμπο». Σε όλα τα βιβλία της σειράς η υπόθεση διαδραματίζεται στην Ιταλία, πλην του δευτέρου στο οποίο το έγκλημα λαμβάνει χώρα στη Χίο.

 

Ο Παντελούκας δηλώνει εραστής του ιταλικού πολιτισμού και αυτό φαίνεται ολοκάθαρα στα βιβλία του, όπου διαφαίνεται η αγάπη του ήρωά του για τα ιταλικά φυσικά τοπία αλλά και την ιταλική κουζίνα και κουλτούρα γενικότερα.

 

Στο τρίτο βιβλίο της σειράς ο Σπινέλλι  αποφασίζει να κάνει διακοπές με τη σύζυγό του στη νήσο Παλαμρόλα, ένα απόκρημνο, παρθένο νησί εν τω μέσω του Τυρρηνικού πελάγους, το οποίο ελάχιστοι από τους Έλληνες αναγνώστες θα έχουν ακούσει. Το προφίλ του Σπινέλλι σκιαγραφείται από τον ίδιο τον συγγραφέα ως εξής:

 

«Καθηγητής εγκληματολογίας στο Πανεπιστήμιο Φεντερίκο ΙΙ της Νάπολη, ο Σπινέλλι είχε ένα αλάνθαστο ένστικτο και μία ξεχωριστή ματιά στο εκάστοτε έγκλημα. Όντας οξυδερκής και μεθοδικός προσέφερε διαχρονικά την πολύτιμη βοήθειά του στον Σκιάνο (αστυνομικός του μυθιστορήματος και φίλος του καθηγητή) και στην ιταλική αστυνομία. Ήταν εκείνος που έφτανε πρώτος στη λύση του κάθε μυστηρίου, του κάθε φαινομενικά τέλειου εγκλήματος και στη σύλληψη των δραστών»

 

Σε αυτό το πανέμορφο, όμως, νησί με τα γαλαζοπράσινα νερά θα λάβει χώρα ένας αποτρόπαιος φόνος, συμπτωματικά όταν θα το επισκεφθεί ο καθηγητής. Έτσι οι διακοπές του θα μετατραπούν σε απόπειρα εξιχνίασης του φονικού.

 

Θύμα είναι ένας Αμερικανός μεγιστάνας, ο οποίος φέρεται να έκανε τις διακοπές του στο νησί. Πρώτης τάξεως ύποπτοι κηρύσσονται αμέσως η δεύτερη σύζυγός του και το ζευγάρι με το οποίο παραθπέριζαν μαζί στο γιο του μεγιστάνα. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Τελικά αποδεικνύεται ότι, όπως στις περισσότερες περιπτώσεις, το χρήμα είναι εκείνο που κινεί τα νήματα, καθώς και μία υπόθεση κληρονομιάς μιας περιουσίας και νόθων τέκνων.

 

Η νουβέλα όμως δεν αποτελεί μόνο δείγμα αστυνομικής λογοτεχνίας, αλλά περιλαμβάνει και πολλές γαστρονομικές, λαογραφικές και ιστορικές πληροφορίες σχετικά με την ιταλική κουλτούρα.

Η νουβέλα του Παντελούκα είναι απλή στη σύλληψη και στην υλοποίησή της στο χαρτί, διατηρώντας, όμως, την πρωτοτυπία στην υπόθεση και την ιταλική φινέτσα στη γραφή. Ο λόγος του Παντελούκα δε πλατειάζει, αλλά είναι, όπως αρμόζει στο είδος της, ρέων και γρήγορος στην στην εξέλιξή του. Εν ολίγοις, ακόμη και οι αναγνώστες που δεν διαβάζουν συχνά βιβλία αστυνομικής λογοτεχνίας και μυστηρίου-όπως η υποφαινόμενη- θα βρουν γοητευτική τη μικρή και ευκολοδιάβαστη αυτή δροσερή νουβέλα.

Γιάννης Πολύζος, Οι σκλάβοι του κάμπου, α΄ τόμος, εκδ. Υψικάμινος

 

Έξι διηγήματα γραμμένα στην απαιτητική, μα απολαυστική στην ανάγνωση, τεχνοτροπία του δομημένου ρεαλισμού συγγράφει ο νέος και ανερχόμενος συγγραφέας Γιάννης Πολύζος, μέλος του Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδος και συγγραφέας της νουβέλας «Πορτρέτο». Το βιβλίο του με τίτλο «Οι σκλάβοι του κάμπου» αποτελεί τον πρώτο τόμο που εκδίδεται με διηγήματα που να αφορούν το Κιλελέρ, τη ζωή και τους αγώνες των κολίγων του θεσσαλικού κάμπου στις αρχές του περασμένου αιώνα.

 

Τα διηγήματα απεικονίζουν με έξοχο, πραγματικά, τρόπο, τη δύσκολη ζωή των κολίγων στα κτήματα των μεγαλοτσιφλικάδων και την απάνθρωπη μεταχείριση που οι τελευταίοι επεφύλασσαν σε αυτούς. Εστιάζει, εν ολίγοις, στην ιστορία της καθημερινότητας, κάτι το οποίο αποτελεί, βέβαια, τον κανόνα στην εφαρμογή της τεχνοτροπίας του δομημένου ρεαλισμού. Τα έξι διηγήματα του τόμου αναδεικνύουν τη μεγάλη φτώχεια των κολίγων και την εκμετάλλευσή τους από τους τσιφλικάδες, την αναμέτρηση με τις άγνωστες βουλές της φύσης, τη σεξουαλική εκμετάλλευση των γυναικών του κάμπου, τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των κολίγων και τη σκληρή καθημερινότητά τους, τη μεγάλη δυσαρέσκεια των κολίγων και τους σπόρους της εξέγερσης του Κιλελέρ, που σιγόβραζαν κάτω από τη, φαινομενικά ήρεμη, επιφάνεια. Χαρακτηριστικό της ζωής των κολίγων ήταν η απόλυτη υποταγή στο θέλημα του τσιφλικά.

 

Τα διηγήματα με τίτλο «Όργωμα γης» και «Αναβροχιά» είναι, αναντίρρητα τα πιο συγκλονιστικά του τόμου, αλλά και το διήγημα με τον τίτλο «Βλαστός» σε ό,τι αφορά την εκμετάλλευση των γυναικών από τους τσιφλικάδες. Στο «Όργωμα της γης» ο αναγνώστης θα έρθει αντιμέτωπος με μια φρικιαστική στιγμή εσχάτης ταπείνωσης του Γκιώνη, ενός περιστασιακού εργάτη στη γη των τσιφλικάδων, ενώ στην «Αναβροχιά» θα σοκαριστεί από τη μηδαμινή αξία που είχε η ανθρώπινη ζωή στη θεσσαλική γη και το θάνατο του αγωνιστή Μαρίνου Αντύπα, ο οποίος δολοφονήθηκε το 1907.

 

Τα έξι διηγήματα αποτελούν το ένα τη χρονική, κατά κάποιον τρόπο, συνέχεια του άλλου. Πολλοί ήρωες παραμένουν οι ίδιοι, κυρίως ο πρωταγωνιστής Γκιώνης, ο  οποίος στέκει, ως περιστασιακός εργάτης των κτημάτων και όχι κολίγος, στο «μέσον» μεταξύ τσιφλικάδων και κολίγων. Όλα τα διηγήματα εστιάζουν σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή του θεσσαλικού κάμπου, είτε αυτή αφορά το ξημέρωμα, είτε το όργωμα, τη σπορά κ.α. και διαδραματίζονται κατά τα έτη 1906-1907.

 

Η πένα του Πολύζου διαθέτει έξοχες περιγραφικές ικανότητες και κατορθώνει να διατηρήσει, στο πλαίσιο πάντα του «ωμού» ρεαλισμού και της πιστής αναπαράστασης της πραγματικότητας που πρεσβεύει ο δομημένος ρεαλισμός, μία ποιητική επίφαση στον λόγο του, ο οποίος δεν μπορεί να θεωρηθεί παρά απλά υπέροχος.

Wilbur Smith, Οι Τιτάνες του πολέμου, εκδ. Bell

 

Ο Βρετανοτραφής συγγραφέας, γεννημένος στην Αφρική, Γουίλμπουρ Σμιθ είναι γνωστός παγκοσμίως για τις συναρπαστικές ιστορικές περιπέτειες που συγγράφει, αλλά και για τα μυθιστορήματα «εναλλακτικής ιστορίας». Σχετικά με την αιγυπτιακή ιστορία ο Σμιθ έχει συγγράψει μία οκταλογία με το παρόν πόνημα που τιτλοφορείται «Οι Τιτάνες του πολέμου» να αποτελεί το όγδοο βιβλίο της σειράς. Τα υπόλοιπα βιβλία της σειράς είναι: «Ο Θεός Ποταμός», «Ο Έβδομος Πάπυρος», «Οι Γιοι του Νείλου», «Η κατάρα του Νείλου», «Ο Θεός της Ερήμου», «Φαραώ» και «Το Νέο Βασίλειο».

 

Ωστόσο το όγδοο βιβλίο τη σειράς το χαρακτηρίζει μία καινοτομία, σε σχέση με τα υπόλοιπα βιβλία της σειράς. Ως γνωστόν, οι αρχαίοι Αιγύπτιοι είχαν εμπορικές σχέσεις με τους Μυκηναίους, τους οποίους μάλιστα φαίνεται να αποκαλούν στα γραπτά τους ως «Αχιγιάβα». Έτσι λοιπόν και στο παρόν πόνημα του Σμιθ, κάποιοι Αιγύπτιοι θα διασχίσουν τη «Μεγάλη Πράσινη», το Αιγαίο, δηλαδή, πέλαγος, προκειμένου να συναντήσουν από κοντά τους Μυκηναίους. Ο λόγος για αυτή την επίσκεψη ήταν ένα αίτημα βοήθειας από πλευράς  των Αιγυπτίων, να ζητήσουν, δηλαδή, οι τελευταίοι βοήθεια από τους «Αχιγιάβα», προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον βάρβαρο λαό των Υξώς. Η αποστολή αυτή με τον συγκεκριμένο αυτόν σκοπό, όπως την αναφέρει ο Σμιθ στο βιβλίο του, δεν τεκμηριώνεται από ιστορικά τεκμήρια-πρόκειται εξάλλου για πολύ παλιά εποχή, στις αρχές της 2ης χιλιετίας π.Χ.. Ωστόσο, δεν υπάρχει τίποτε που να μην καθιστά δυνατή μία τέτοια αποστολή, η οποία θα μπορούσε κάλλιστα να έχει λάβει χώρα και αυτός, εν προκειμένω, είναι ο βασικός κανόνας για τη συγγραφή ενός ιστορικού μυθιστορήματος ή μίας ιστορικής περιπέτειας. Όπως και να ’χει, η αναπαράσταση της τόσο μακρινής αυτής ιστορικής εποχής από τον Σμιθ είναι πραγματικά άψογη.

 

Ο Πιάι είναι ο βασικός ήρωας του βιβλίου, ένας κατάσκοπος, τον οποίο μεγάλωσε ο αναρριχημένος στα υψηλότερα στρατιωτικά αιγυπτιακά αξιώματα πρώην σκλάβος Τάιτα. Ο Πιάι είναι αυτός που θα επωμιστεί τη δύσκολη αποστολή στις Μυκήνες, προκειμένου να ζητήσει βοήθεια για την εκδίωξη των Υξώς από την Αίγυπτο. Σε αυτούς τους ταραγμένους καιρούς εξελίσσεται η υπόθεση του βιβλίου του Σμιθ.

 

Φονικές συγκρούσεις, πειρατές, γάτες, ελέφαντες, όμορφες και ισχυρές γυναίκες, βάρβαροι Υξώς και αινιγματικοί Μυκηναίοι, πολιτισμένοι Αιγύπτιοι, φυλές και ζούγκλες της Αφρικής, θυσίες στα μαντεία, απαγορευμένοι έρωτες, αυτά και πολλά ακόμη αποτελούν τον κόσμο του βιβλίου του Σμιθ.

 

Τα βιβλία του Σμιθ μπορεί να μην χαρακτηρίζονται μεν ως ιστορικά μυθιστορήματα, αλλά αποτελούν τον κατεξοχήν ορισμό της ιστορικής περιπέτειας, τύπου Ιντάνα Τζόουνς. Τα βιβλία του Σμιθ χαρακτηρίζονται από ολοζώντανη και άφθονη πρόζα, κινηματογραφική πλοκή και αφήγηση που κόβει κυριολεκτικά την ανάσα, με πολλές πολεμικές σκηνές και σκηνές δράσης. Το βιβλίο αυτό είναι το δεύτερο από τα βιβλία της σειράς τα οποία αφορούν την περίοδο του Νέου Βασιλείου (περίπου 1570-1069π.Χ.), μια εποχή ακμής η οποία ακολούθησε την εισβολή των Υξώς στη χώρα. Επομένως, θα υπάρχει και συνέχεια στη σειρά, την οποία οι λάτρεις της ιστορικής περιπέτειας σίγουρα θα περιμένουν πως και πως…

Παρασκευή 17 Μαΐου 2024

Κωνσταντίνος Λίχνος, Ο βράχος του Σίσυφου, εκδ. Γράφημα

 


«Με λένε Σίσυφο και είμαι ο ξακουστός ιδρυτής της Εφύρας. Εκείνος που ξεγέλασε τους θεούς εις διπλούν. {…}

Με λένε Σίσυφο, και ίσως να έχω ανάγκη τον βράχο μου {…}

 Με λένε Σίσυφο και σέρνω τον βράχο μου»Με λένε Σίσυφο, ο κέρδιστος των ανδρών, και γίνηκα ο βράχος μου!

Χωρίς αυτόν δεν μπορώ να διανοηθώ την ύπαρξή μου. {…}

Με λένε Σίσυφο και κρατιέμαι από τον βράχο μου. {…}

Ο Σίσυφος είμαι, που αλυσόδεσα τον Άδη, ώστε θνητός να μην πεθαίνει, πλέον, κανείς {…}

Είμαι ο Σίσυφος, που κολύμπησα στα ύδατα του Στυγός, και κατόρθωσα ν’ ανέλθω ξανά στον «απάνω κόσμο»

Με λέγανε Σίσυφο κάποτε. Τώρα, είμαι ο βράχος μου».

 

Με όλους τους παραπάνω τρόπους συστήνει ο Κωνσταντίνος Λίχνος στους αναγνώστες του την ταλαίπωρη και  γνωστή τοις πάσοι φιγούρα του μυθολογικού ήρωα Σίσυφου. Ήδη από τις συστάσεις αυτές γίνεται εμφανής η προσπάθεια του συγγραφέα να εστιάσει στην ψυχολογία του ήρωα.

 

Τι θα έλεγε ο Σίσυφος αν τον ρωτούσαν για την αιώνια τιμωρία του; Μετάνιωσε άραγε για τα λάθη του που εξόργισαν τους θεούς; Για την αλαζονεία του; Τι δείχνει η φοβερή τιμωρία του; Κατάληξε, εν τέλει, να ταυτιστεί με τον βράχο του; Πώς καταφέρνει να υπομένει το μαρτύριό του και πώς απαντά κανείς στο αιώνιο «γιατί» συμβαίνει αυτό; Και τι συμβολίζει, τελικά, ο  μύθος αυτός;

 

Σε ερωτήματα όπως τα παραπάνω επιχειρεί να απαντήσει ο Κωνσταντίνος Λίχνος με τη συγγραφή του σύντομου φιλοσοφικού δοκιμίου του με τίτλο «Ο βράχος του Σίσυφου». Παράλληλα, όμως, θέλει να θέσει επί τάπητος και όλες τις κοινωνικές, φιλοσοφικές, ψυχολογικές προεκτάσεις του ζητήματος, προσπαθώντας να θέσει ερωτήματα, να τα απαντήσει και να γίνει, συγχρόνως, ο ανατόμος της ψυχοσύνθεσης του μυθικού ήρωα.

 

Ο Σίσυφος, ως γνωστόν,  ήταν αυτός που προκάλεσε τη μήνιν των θεών καταφέρνοντας να παγιδεύσει τον ίδιο τον Άδη, με αποτέλεσμα ο θάνατος να μην επέρχεται πλέον για κανέναν άνθρωπο και να προκληθεί χάος. Σύμφωνα με άλλες εκδοχές όμως του μύθου, ο Σίσυφος κατάφερε να ξεγελάσει για δεύτερη φορά τον θάνατο, πείθοντας τον Άδη να τον αφήσει να επιστρέψει στον κόσμο των ζωντανών, μετά από τον θάνατό του, προκειμένου να κανονίσει τα της κηδείας του.

 

Για τους λόγους αυτούς οι θεοί τιμώρησαν τον Σίσυφο με τρόπο παραδειγματικό: να σέρνει έναν πελώριο βράχο πάνω στην κορυφή ενός λόφου και αυτός να κατρακυλά πάλι πίσω  κάθε φορά που αυτός έφτανε στην κορυφή. Το αέναο μαρτύριο του Σίφυσου κατέληξε να συμβολίζει το μάταιο, την άνευ νοήματος ατέρμονη επανάληψη, έναν άνθρωπο που υπομένει διαρκώς, δίχως να υπάρχει καμία προοπτική βελτίωσης της ανώφελης ζωής του.

 

Μετά από μία σύντομη εισαγωγή στην οποία ο Λίχνος κατατοπίζει σύντομα τον αναγνώστη του σχετικά με τα πεπραγμένα και τη ζωή του Σίσυφου, περνάει στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση του ίδιου του Σίσυφου. Τα βιώματά του, οι σκέψεις του για το αιώνιο μαρτύριό του παρουσιάζονται με τρόπο εξομολογητικό στους αναγνώστες. Ο Σίσυφος είναι άνθρωπος με ατσάλινο θέληση, υπερήφανος και οπλισμένος, απ’ ότι φαίνεται, με ιώβεια υπομονή. Αλύγιστος, απτόητος και άπελπις.

 

Ενδιαφέρουσα είναι και η άποψη ότι ο Σίσυφος συμβολίζει το συνειδητοποιημένο προλεταριάτο. Πάντως, ο μύθος του Σίσυφου έχει αποτελέσει πηγή έμπνευσης ανά τους αιώνες. Αρκεί να πούμε ότι ο Αλμπέρ Καμύ έχει γράψει ένα φιλοσοφικό δοκίμιο με τίτλο «Ο μύθος του Σίσυφου». Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα σύντομο, πνευματώδες ανάγνωσμα, μία ανατομεία του σισύφειου μύθου που απευθύνεται σε φιλοσοφημένους και «ψαγμένους» αναγνώστες.