Δευτέρα 10 Ιουνίου 2024

Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Ο Θεός φταίει που έκανε τον κόσμο τόσο ωραίο, εκδ. Κέδρος

 

Ένα βιβλίο-ανθολογία που αποδεικνύει ότι ο Καζαντζάκης ήταν, δίχως υπερβολή, ένας από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες όλων των εποχών, υπογράφει ο γνωστός συγγραφέας Βαγγέλης Ραπτόπουλος συγκεντρώνοντας 259 συνολικά αλληγορίες από το σύνολο του καζαντζακικού έργου, όλες σε έναν τόμο, μεταλαμπαδεύοντας το απόσταγμα της καζαντζακικής σοφίας  στους αναγνώστες του.

Το βιβλίο τιτλοφορείται «Ο Θεός φταίει που έκανε τον κόσμο τόσο ωραίο» και αποτελεί, αν μη τι άλλο, ένα κατάλληλο μέσο προκειμένου να γνωρίσουμε καλύτερα τον μεγάλο Νίκο Καζαντζάκη, τόσο ως συγγραφέα, όσο και ως άνθρωπο, να προσπαθήσουμε να διεισδύσουμε στο μυαλό του και να κατανοήσουμε πως ακριβώς έβλεπε τον κόσμο το τόσο ευρύ αυτό και πολυμαθές πνεύμα.

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος είναι γνωστός για την αγάπη που τρέφει στον Καζαντζάκη και έχει ασχοληθεί κι άλλες φορές με το συγκεκριμένο θέμα –ένα από τα προηγούμενα βιβλία του Ραπτόπουλου με τίτλο «Ανέγγιχτη» ήταν ένα ιστορικό μυθιστόρημα που αφορούσε κυρίως τη σχέση του Καζαντζάκη με τις γυναίκες εμπνευσμένο από τη ζωή του). Πιστεύει ακράδαντα στη διαχρονική αξία του καζαντζακικού έργου και δικαίως και θεωρεί πως όλοι οι Έλληνες λογοτέχνες κατά βάθος φιλοδοξούν αν του μοιάσουν, εφόσον κανένας άλλος Έλληνας λογοτέχνης δεν κατάφερε ποτέ να έχει την απήχηση που είχε ο Καζαντζάκης διεθνώς- κι ας μην έλαβε ποτέ του το πολυπόθητο Νόμπελ. Γράφει, επομένως, ο Ραπτόπουλος στον επίλογο του βιβλίου του:

«Η αλήθεια είναι ότι  ως συγγραφέας ο δημιουργός του Ζορμπά δεν συγκρίνεται με τους περισσότερους από εμάς. Και δεν αναφέρομαι  μόνο στη μοναδική θεματολογία του, για την οποία επίσης τον κατηγόρησαν, υποτιμώντας την ως φολκλόρ. Ή για την καταλυτική παρουσία του στοχασμού και των φιλοσοφικών ιδεών στο έργο του.

Κυρίως, είναι η τερατώδης, ασυναγώνιστη διεθνής επιτυχία του αυτή που κάνει οποιονδήποτε  ντόπιο συνάδελφό του να νιώθει απέναντί του μειονεκτικά. Αν δεν είσαι προσγειωμένος και στη θέση σου, αν έχεις μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου, ο Καζαντζάκης γίνεται κόψη ξυραφιού, επάνω στην οποία πετσοκόβεσαι. Οπότε και περιφρονώντας τον ξεμπερδεύεις».

Περιφρονώντας τον ή-όπως έκαναν πολλοί κατά καιρούς-αποκαλώντας τον Καζαντζάκη όχι λογοτέχνη, αλλά φιλόσοφο. Η αλήθεια όμως είναι ότι ο Καζαντζάκης ήταν πολλά πράγματα συγχρόνως, λόγιος, διανοούμενος, μεταφραστής, μυθιστοριογράφος, φιλόλογος, επιμελητής, θεατρικός συγγραφέας, φιλόσοφος, στοχαστής, δοκιμιογράφος, ποιητής, συγγραφέας έργων για παιδιά, συγγραφέας ταξιδιωτικής λογοτεχνίας και πόσα ακόμα.

 

Αν μη τι άλλο, πάντως, το βιβλίο αυτό αποδεικνύει το γεγονός ότι ο Καζαντζάκης ήταν τόσο λογοτέχνης όσο και φιλόσοφος, αφού δύσκολα κάποιος θα απέδιδε με τόσο όμορφη χρήση της γλώσσας τέτοια βαθιά φιλοσοφικά νοήματα. Ο Ραπτόπουλος πέρα από τη γλώσσα-η οποία μεταφέρθηκε στη νέα ελληνική-δεν άλλαξε τίποτε στις μικρές καζαντζακικές αλληγορίες που σταχυολογεί προσεκτικά και μεταφέρει στους αναγνώστες του. Έτσι το καζαντζακικό πνεύμα διατηρείται αυτούσιο και, όπως θα διαπιστώσουν οι αναγνώστες, πάντοτε επίκαιρο. ΟΙ αλληγορίες του αφορούν κυριολεκτικά τα πάντα, από τον μοναχισμό, τον Θεό, τη θρησκεία και την ανατολική βουδιστική θεώρηση του κόσμου, μέχρι εμπειρίες που ο συγγραφέας είχε αποκομίσει από τα ταξίδια του, ιστορικά συμβάντα, ιστορία συγκεκριμένων τοποθεσιών, αλλά και ρήσεις για το μεγαλείο της φύσης και πως αυτή είναι τόσο άμεσα συνδεδεμένη με τον Θεό. Οι εμπειρίες από τη Μεγαλόνησο Κρήτη είναι ουκ ολίγες κάτι που είναι απολύτως λογικό, αφού ο Καζαντζάκης ήταν βαθύτατα συνδεδεμένος με το νησί του, την κρητική λεβεντιά και την αγάπη των Κρητικών για την ελευθερία, αλλά και την τόσο αιματοβαμμένη ιστορία της.

Κυριακή 2 Ιουνίου 2024

Kristin Harmel, Η κόρη του Παρισιού, εκδ. Μίνωας

 

Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος θεωρείται, και δικαίως, ένα από τα κορυφαία ιστορικά γεγονότα το οποίο έχει αποτελέσει πηγή έμπνευσης για τον κινηματογράφο, το θέατρο, αλλά και τη λογοτεχνία. Έχουν γραφτεί κυριολεκτικά άπειρα ιστορικά βιβλία, αλλά και ιστορικά μυθιστορήματα. Ένα από αυτά είναι και το παρόν πόνημα της Αμερικανίδας συγγραφέως Κριστίν Χάρμελ με τίτλο «Η κόρη του Παρισιού».

 

Η αλήθεια είναι ότι το ελληνικό κοινό που λατρεύει να διαβάζει ιστορικά μυθιστορήματα σχετικά με τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είχε ήδη ξεχωρίσει τη συγκεκριμένη συγγραφέα με το έτερο βιβλίο της που μεταφράστηκε πρόπερσι και κυκλοφόρησε στα ελληνικά (εκδόσεις Μίνωας, 2022), το οποίο τιτλοφορούνταν ως «Το βιβλίο των χαμένων ονομάτων». Και η αλήθεια είναι ότι και αυτό υπήρξε ένα εξαιρετικό πόνημα. «Η κόρη του Παρισιού», όμως, οφείλω να ομολογήσω ότι είναι από τα καλύτερα ιστορικά μυθιστορήματα που έχω διαβάσει για τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όχι μόνο κατά τη φετινή εκδοτική χρονιά, αλλά και γενικότερα στη ζωή μου. Δύσκολα θα βρει ο αναγνώστης τέτοιο άψογο συνδυασμό ιστορικής έρευνας, καταιγιστικής δράσης και έντονων συναισθημάτων κατά την ανάγνωση.

 

Η υπόθεση στο μυθιστόρημα, όπως και στο «Βιβλίο των χαμένων ονομάτων», διαδραματίζεται στη Γαλλία. Πιο συγκεκριμένα, εν έτει 1939, λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, δύο νεαρές μητέρες, η Ελίζ και η Ζουλιέτ γνωρίζονται τυχαία και αναπτύσσουν μία βαθιά φιλία. Η Ελίζ έχει μία κόρη, τη Ματίλντ και είναι παντρεμένη με τον γνωστό ζωγράφο Ολιβιέ Λε Κλερ, ο οποίος όμως δείχνει να αδιαφορεί τόσο για τον γάμο του όσο και για την Ελίζ, δίνοντας προτεραιότητα στη δική του καριέρα. Η Ελίζ είναι και η ίδια καλλιτέχνιδα, για την ακρίβεια ξυλογλύπτρια, ζει όμως στη σκιά του διάσημου συζύγου της.

 

Η Ζουλιέτ, από την άλλη, διατηρεί μαζί με τον σύζυγό της ένα όμορφο βιβλιοπωλείο σε κεντρικό σημείο του Παρισιού και έχει έναν θαυμάσιο σύζυγο που τη λατρεύει και τρία παιδιά, τον Κλοντ, τον Αλφόνς και τη Λουσί. Μοναδική σκιά στη ζωή της η απώλεια της ενός μόλις έτους Αντουανέτ, η οποία απεβίωσε από το Σύνδρομο Αιφνίδιου Βρεφικού Θανάτου, αφήνοντας τη μάνα της βυθισμένη στις τύψεις, τις οποίες όμως καταφέρνει να υπερκεράσει χάρη στην υπόλοιπη οικογένειά της. Η ζωή όλων όμως θα αλλάξει προς το χειρότερο με το ξέσπασμα του πολέμου: ο κομμουνιστής σύζυγος της Ελίζ θα θέσει την ίδια και την κόρη τους τη Ματίλντ σε κίνδυνο και θα την αναγκάσει να αφήσει τη Ματίλντ στη φροντίδα της καλύτερής της φίλης, προκειμένου αυτή να επιβιώσει. Εντούτοις, μία βόμβα που θα πέσει κατά λάθος στο βιβλιοπωλείο θα έχει ως αποτέλεσμα να διαλυθούν για πάντα οι δύο οικογένειες…

 

Το βιβλίο αποτελεί ένα αντιπολεμικό έπος, αλλά και έναν ύμνο στη μητρική αγάπη και στις θυσίες που πρέπει να κάνουν οι γονείς, αλλά και όλοι οι άνθρωποι εν καιρώ πολέμου. Αποτελεί επίσης έναν φόρο τιμής στα χιλιάδες αθώα θύματα όχι μόνο των διαβόητων στρατοπέδων συγκέντρωσης, αλλά και των βομβαρδισμών που διενεργήθηκαν από τους Συμμάχους και πολλές φορές αστόχησαν και στοίχισαν τη ζωή σε πολλούς αθώους.

 

Το βιβλίο κρύβει πολλές εκπλήξεις και δένει καταπληκτικά με την Ιστορία. Οι αναγνώστες θα ταυτιστούν με τους χαρακτήρες, οι οποίοι είναι καθαρά ανθρώπινοι, δίχως ωραιοποιήσεις και εξωραϊσμούς. Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα πολύ συγκινητικό πόνημα, το οποίο θα μας μάθει πολλά για την ανασφάλεια που νιώθουν οι άνθρωποι σε καιρό πολέμου, αλλά και για το πόσα πολλά υπέφεραν στην καθημερινότητά τους εξαιτίας του πολέμου.

Τετάρτη 29 Μαΐου 2024

Νέλλη Σπαθάρη, Το νησί και ο Πέρα κόσμος, εκδ. Ελκυστής

 

Ένα δυστοπικό αφήγημα, αινιγματικό και μυστηριώδες, το οποίο προσφέρει άφθονη τροφή για σκέψη και φιλοσοφικό στοχασμό υπογράφει η Νέλλη Σπαθάρη, πτυχιούχος της Ελληνικής και της Γαλλικής Φιλολογίας, με σπουδές επίσης στους τομείς της Λαογραφίας, της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, καθώς και της Κοινωνικής και Οικονομικής Ιστορίας. Η Νέλλη Σπαθάρη έχει συγγράψει ως τώρα δύο μυθιστορήματα, έναν τόμο διηγημάτων και τρεις νουβέλες, στην οποία συμπεριλαμβάνεται το πιο πρόσφατο πόνημά της με τίτλο «Το Νησί και ο Πέρα κόσμος».

 

Τον δρόμο που χάραξε ο Τζορτζ Όργουελ και ο Άλντους Χάξλεϋ, τον δρόμο δηλαδή του δυστοπικού μυθιστορήματος στα όρια της επιστημονικής φαντασίας, είναι αλήθεια ότι τον ακολούθησαν πολύ συγγραφείς. Η Νέλλη Σπαθάρη μας προσκαλεί κι εμάς να μεταβούμε με το πόνημά της σε ένα φανταστικό Νησί στη μέση του πουθενά σε χρόνο απροσδιόριστο, στο οποίο οι άνθρωποι κυβερνώνται από μία Αόρατη Αρχή και υπόκεινται σε κάθε λογής απαγορεύσεις. Ο πολιτισμός είναι εντελώς απών από τις ζωές των ανθρώπων που χουν εκεί και μόνο μέλημά τους είναι η επιβίωση. Όπως και να ’χει, οι άνθρωποι που ζουν εκεί δεν φαίνεται να ζητούν και πολλά άλλα από τη ζωή τους πέρα από στέγη και τροφή, που εξασφαλίζονται με την εργασία.

 

«Τελικά, τι είχαν αυτοί οι άνθρωποι και δεν αντιδρούσαν; Είχαν ένα σπίτι; Ναι. Είχα εργασία; Ναι. Είχαν τροφή; Ναι. Είχαν ρούχα; Ναι. Αυτά τα σπίτια, τα πολύχρωμα για να δίνουν, τάχα, χαρά στην ατμόσφαιρα του υποβαθμισμένου χώρου. Αυτή την εργασία, την προκαθορισμένη από άλλους χωρίς καμία σύνδεση με όνειρα και δημιουργικότητα. Αυτή την τροφή, που δεν είχε τη διακύμανση των γευστικών επιθυμιών του ανθρώπου. Αυτά τα ρούχα, τα πανομοιότυπα που δεν διαχώριζαν τους ανθρώπους ανάλογα με τη διάθεση, το γούστο, την προσωπικότητα, ακόμα και την κοινωνική θέση, αλλά με προκαθορισμένο λογότυπο- τα γράμματα-ανάλογα με τον ρόλο του καθενός στην κοινωνία».

 

Σε αυτόν τον αλλοπρόσαλλο κόσμο φτάνει μια μέρα ένας άνθρωπος, ανώνυμος, απροσδιόριστης ηλικίας. Ο άνθρωπος αυτός απουσίαζε από τη Νησί για τριάντα ολόκληρα χρόνια και τα βρίσκει πλέον όλα αλλαγμένα εκεί. Έρχεται στο Νησί με την πρόθεση να επισκεφθεί τους τάφους των γονιών του, χωρίς να ξέρει, βέβαια, ότι κάτι τέτοιο δεν είναι πλέον επιτρεπτό. Σε αυτή την απάνθρωπη, ψυχρή και υπολογιστική κοινωνία τον περιμένουν, εξάλλου, πολλές εκπλήξεις.

 

Πώς θα αντιδρούσε ένας άνθρωπος που δεν έχει μάθει να υποτάσσεται και να υπακούει σε ένα τέτοιο ολοκληρωτικό σύστημα; Η συγγραφέας, όπως μας περιγράφει στο εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου της, μας συστήνει μία ιδεαλιστική οργάνωση της κοινωνίας, μια οργάνωση που κοιτάζει το σύστημα και όχι τον άνθρωπο, με αφετηρία σε όλο αυτό ένα δοκίμιο του συγγραφέα Γουίλιαμ Γκόλντινγκ για το έργο του «Ο Άρχοντας των μυγών».

Επομένως, πρόκειται για μία νουβέλα η οποία διαβάζεται μεν γρήγορα, αλλά προσφέρεται και για πολλαπλές αναγνώσεις, εφόσον θέτει πολλά αναστοχαστικά και φιλοσοφικά ζητήματα.

Τρίτη 28 Μαΐου 2024

Λουκίλα Καρρέρ-Πλέσσα,Μίμης Πλέσσας, Ποιος το ξέρει…, εκδ. Μίνωας

 

 

Τις εμπειρίες της ζωής της πλάι στον μεγάλο συνθέτη Μίμη Πλέσσα καταθέτει η σύζυγός του Λουκίλα Καρρέρ-Πλέσσα στο βιογραφικό πόνημά της με τίτλο «Μίμης Πλέσσας, ποιος το ξέρει…». Η έκδοση περιλαμβάνει και ορισμένες ανέκδοτες φωτογραφίες από το αρχείο της συγγραφέως. Η Λουκίλα έχει επιμεληθεί πολλαπλώς τόσο το υλικό λευκωμάτων και βιογραφιών του συνθέτη, όσο και το μουσικό έργο του συνθέτη γενικότερα. Η Λουκίλα Καρρέρ-Πλέσσα είναι γνωστή και από το πλήθος των εκπομπών της στην Ελληνική Ραδιοφωνία σχετικά με το ελληνικό τραγούδι.

 

Η αφήγηση ξεκινά από τη στιγμή της γνωριμίας του συνθέτη με τη Λουκίλα στις 13 Δεκεμβρίου του 1986. Από εκεί κι έπειτα η Λουκίλα αρχίζει την επισκόπηση της ζωής του συνθέτη από τα παιδικά και τα εφηβικά του χρόνια μέχρι και τη σημερινή εποχή. Εντούτοις, οφείλουμε να πούμε ότι δεν πρόκειται για μια απλή βιογραφική γραμμική εξιστόρηση, αλλά περισσότερο για μια αφήγηση επικεντρωμένη σε κάποια επιλεγμένα στιγμιότυπα από τη ζωή του συνθέτη.

 

Πολλοί από τους αναγνώστες, αναμφίβολα, θα γνωρίζουν πολλά από τα τραγούδια του Πλέσσα, την αγάπη του για το τζαζ πιάνο, τις βραβεύσεις του και τις ταινίες για τις οποίες έγραψε μουσική. Λίγοι όμως θα γνωρίζουν πιο ειδικευμένα πράγματα για τη ζωή του ίδιου του συνθέτη, όπως, για παράδειγμα, για το γεγονός ότι ο Πλέσσας είχε σπουδάσει χημικός, ότι λατρεύει τα ζώα, ότι είχε παραμείνει και εργασθεί στην Αμερική για μεγάλο χρονικό διάστημα, ότι είχε πραγματοποιήσει συναυλίες στο Κάρνεγκι Χολ του Λονδίνου, ή για το ότι διοργάνωνε ακροάσεις ταλέντων στο σπίτι του για πολλά χρόνια. Αυτή ακριβώς είναι και η ομορφιά της ιδιόμορφης αυτής βιογραφίας που υπογράφει η Λουκίλα Καρρέρ-Πλέσσα.

 

Στενοί του φίλοι οι Στέφανος Κορκολής, Τζένη Βάνου, Μίκης Θεοδωράκης, Γιώργος Ζαμπέτας, Γιώργος Κατσαρός, Γιώργος Χατζηνάσιος, Γιάννης Σπανός και άλλοι πολλοί γνωστοί καλλιτέχνες από το μουσικό στερέωμα της χώρας μας και όχι μόνο αν συμπεριλάβουμε και την κουμπάρα του ζεύγους την Ειρήνη Παπά.  Όλους αυτούς θα τους συναντήσουμε στις σελίδες του βιβλίου της Λουκίλας. Η καταγραφή της είναι αυθόρμητη και μέσα από αυτήν διαφαίνεται η αγάπη που τρέφει για τον συνθέτη και το έργο του.

 

Το βιβλίο αποτελεί φόρο τιμής στον συνθέτη που ταξίδεψε όλους τους Έλληνες με τις όμορφες μελωδίες του. Θα πιώ απόψε το φεγγάρι, Βρέχει φωτιά στη στράτα μου, Ξημερώνει Κυριακή, Άνοιξε πέτρα, Γέλαγε η Μαρία, Τι σου ’κανα και πίνεις, Αν σ’ αρνηθώ αγάπη μου, Ο δρόμος είναι μερικές μόνο από αυτές. Ο Μίμης στον στρατό, η λογοκρισία στα χρόνια της χούντας, η Φίνος Φιλμ, τα χρόνια στην Αμερική και τα χρόνια της μεταπολίτευσης, το ραδιόφωνο κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, όλα αυτά και πολλά ακόμα αποτελούν στιγμιότυπα του βιβλίου της Λουκίλας,  ενός βιβλίου που θα μας ταξιδέψει στον κόσμο της μουσικής στην Ελλάδα του 20ου αιώνα.