Μία πρωτότυπη αναγνωστική
πρόταση καταθέτει στο ελληνικό
αναγνωστικό κοινό η συγγραφέας και Κοινωνική Λειτουργός από τη Θεσσαλονίκη,
Ελένη Βεζύρογλου, μέλος της Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος με το νέο της μυθιστόρημα
(το τρίτο στη σειρά εν μέσω και άλλων λογοτεχνικών πονημάτων) με τίτλο «Ο
Παράδεισος δεν είναι μακριά». Η υπόθεση του βιβλίου της διαδραματίζεται εν έτει
1897 στην τουρκοκρατούμενη ακόμα Κάρπαθο.
Το γεγονός, βέβαια, ότι η Κάρπαθος τελεί ακόμη υπό τουρκική
κατοχή δεν είναι κάτι που αφορά τους αναγνώστες, αφού, ως γνωστόν, η παρουσία
των Τούρκων στα νησιά του Αιγαίου- πλην της Κρήτης- και ειδικά την εποχή εκείνη
ήταν σκιώδης. Επομένως, η τουρκική κατοχή εδώ μπλέκεται με την υπόθεση του
βιβλίου μονάχα σε ό,τι αφορά το γεγονός ότι το νησί δεν αποτελούσε τότε
ελληνικό έδαφος, όπως π.χ. η Αθήνα, στην οποία διαδραματίζεται επίσης μεγάλο
μέρος της υπόθεσης του βιβλίου. Εξάλλου, ο πληθυσμός του νησιού εκείνη την εποχή
αποτελούταν σχεδόν εξολοκλήρου από
χριστιανούς ορθοδόξους, πλην ένα δυο μόνο Τούρκων διοικητικών υπαλλήλων.
Αυτό
που μας ενδιαφέρει, όμως, στην Κάρπαθο, είναι το έθιμο του κανακάρη και της κανακαράς,
ένα έθιμο που έχει τις ρίζες του στο νησί και κυρίως στο χωριό Όλυμπος και
αποτέλεσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το έναυσμα της συγγραφέως για τη
δημιουργία του βιβλίου της. Σύμφωνα με το έθιμο αυτό, το πρώτο αγόρι της οικογένειας
ήταν αυτό που κληρονομούσε μόνο την πατρική περιουσία και, αντιστοίχως, το
πρώτο κορίτσι την περιουσία από την πλευρά της μητέρας. Τα παιδιά αυτά έφεραν επίσης
και το όνομα του αντίστοιχου παππού ή της γιαγιάς, υποχρεωτικά ίδιο με αυτούς.
Όπως
είναι επόμενο, το έθιμο αυτό, αν και επέτρεπε τη διατήρηση της περιουσίας, χωρίς
να διαιρούνται οι κλήροι της γης σε ένα φτωχό μέρος, ήταν εξορισμού πολύ άδικο
για τα υπόλοιπα παιδιά της οικογένειας, τα οποία, μην έχοντας πόρους να ζήσουν,
έπαιρναν τον δρόμο της προσφυγιάς, ή κατέληγαν να ζουν ως υπηρέτες στα σπίτια
των πρωτοκανακάρηδων. Εξυπακούεται επίσης, ότι το έθιμο αυτό στην πράξη χώριζε
την κοινωνία της Καρπάθου σε δύο τάξεις: τους πρωτοκανακάρηδες και τις πρωτοκανακαρές
που επιδίωκαν να παντρεύονται μεταξύ τους και τους υπόλοιπους που δεν είχαν
περιουσία.
Έτσι
και στο μυθιστόρημα αυτό, επομένως, ο Μάχος Χανιωτάκης είναι ο ευνοημένος κανακάρης
της οικογένειας σε σχέση με τον μικρότερο αδελφό του τον Νικήτα. Μόνο που ο χαρακτήρας του Μάχου είναι ακριβώς το
αντίθετο από εκείνον του αδελφού του… Ο Μάχος ελάχιστη αγάπη κρύβει στην καρδιά
του και, σε μία δική του δύσκολη στιγμή, δεν θα διστάσει να φορτώσει το φρικτό
έγκλημα που διέπραξε στον αδελφό του, αφήνοντας εκείνον να πληρώσει για τα δικά
του κρίματα…
Η
Αννεζίνα, από την άλλη, αγαπιέται με τον Νικήτα. Δυνάμεις πάνω από εκείνους, όμως,
δεν θα τους επιτρέψουν να μείνουν μαζί, σε έναν κόσμο όπου κυριαρχεί το άδικο.
Κοντά τους θα συναντήσουμε πολλούς ακόμα χαρακτήρες που μοιάζουν βγαλμένοι
θαρρείς από παραμύθι: την κακιά μητριά Ερνιά, την αθώα και ευκολόπιστη Μεταξία,
το παραπεταμένο παραπαίδι, τον Λιωνή, τον τίμιο γέροντα Λιμπο, τον απατεώνα Αποστόλη,
τον πιστό φίλο Θανασό, τη γλυκιά Πατούλα και άλλους πολλούς.
Η
συγγραφέας, αξοιποιώντας κατάλληλα και το γλωσσικό ιδίωμα της περιοχής στο
βιβλίο της, δημιουργεί μία καλοστημένη και ευκολοδιάβαστη ιστορία, γεμάτη
σασπένς, όπου κυριαρχεί το άδικο σχεδόν εξολοκλήρου πριν καταφέρει τελικά να
θριαμβεύσει η δικαιοσύνη και να δώσει το δικό της happy end στην
περιπέτειά τους. Ο Παράδεισος, λοιπόν, μπορεί να φαντάζει πολύ μακριά για όλους,
τελικά, όμως, οι ήρωες θα καταφέρουν να τον βρουν…

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.