Επιστροφή
στα χρόνια της αθωότητας
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Χρήστος Χωμενίδης επιλέγει να
περάσει στο χαρτί και να μοιραστεί με το αναγνωστικό κοινό του κάποιες στιγμές
από τον βίο και τις προσωπικές εμπειρίες του. Την τακτική αυτή είχε ακολουθήσει
με συνέπεια ήδη από «Το σοφό παιδί», μία αγαστή αρμονική σύζευξη μυθοπλασίας με
κάποιες αυτοβιογραφικές αναφορές, είχε συνεχίσει με τη «Νίκη», ένα μυθιστόρημα
που αποτελεί, ουσιαστικά, τη βιογραφία της μητέρας του, αλλά και είχε σκιαγραφήσει
και το περιβάλλον των νεανικών του χρόνων με το μυθιστόρημά του «Ο Τζίμης στην
Κυψέλη». Το «Δεκατρία», όμως, το τελευταίο λογοτεχνικό του πόνημα, δεν αποτελεί
παρά την κατάθεση της δικής του αφήγησης για τα δεκατρία πρώτα χρόνια της ζωής
του. Και για άλλη μία φορά ο Χωμενίδης αποδεικνύει ότι μπορεί να μας καθηλώσει
όχι μόνο με τη δύναμη της πένας του, αλλά και με αυτά τα οποία επιλέγει να μας αφηγηθεί.
Το
μυθιστόρημα «Δεκατρία», επομένως, μας αφηγείται τα γεγονότα της ζωής του
συγγραφέα από το 1966, το έτος της γέννησής του, μέχρι και το 1979, όταν αυτός θα
χάσει τον πατέρα του από καρκίνο στην κρίσιμη εφηβική ηλικία των δεκατριών
χρονών. Μαζί με τα γεγονότα της ζωής του συγγραφέα βιογραφείται, παράλληλα, και
ολόκληρη η Αθήνα, και, κατ’ επέκταση, η ίδια η Ελλάδα. Διότι, ως γνωστόν, καμία
αυτοβιογραφική διήγηση δεν μπορεί να αγνοήσει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά και το
εκάστοτε περιβάλλον και τις αλλαγές που αυτό υπέστη με το πέρασμα του χρόνου.
Είναι
αλήθεια ότι τα τελευταία χρόνια αρκετά βιβλία Ελλήνων συγγραφέων περιέχουν
αυτοβιογραφικές αναφορές, ιδίως από το δεύτερο μισό του, περασμένου πλέον,
εικοστού αιώνα. Γιατί άραγε συμβαίνει αυτό; Ίσως είναι η νοσταλγία για τα νιάτα
μας, που έχουν παρέλθει πλέον ανεπιστρεπτί, ίσως να είναι, όμως, και η
νοσταλγία που νιώθουμε για έναν αλλοτινό κόσμο που δεν κυβερνιόταν από τα
έξυπνα κινητά και την τεχνητή νοημοσύνη, έναν κόσμο που ανήκει πλέον στο
παρελθόν και στην Ιστορία. Οπωσδήποτε, όμως, το χάρισμα της αφήγησης δεν είναι
κάτι το οποίο διαθέτουν όλοι οι συγγραφείς που αποπειρώνται ένα τέτοιο εγχείρημα.
Ο
Χωμενίδης ξεκινά την αφήγησή του μερικά χρονιά προτού να γεννηθεί ο ίδιος,
συγκεκριμένα στις 3 Αυγούστου του 1957, όταν οι γονείς του, η Νίκη και ο
Αλέξανδρος γνωρίστηκαν σε μία παράσταση του Τσίρκου της Μόσχας που είχε τύχει
να επισκεφθεί τότε την Αθήνα. Το γεγονός ότι στην παράσταση αυτή οι γονείς του
Χρήστου επέλεξαν να φιληθούν για πρώτη φορά, αλλά και το ότι ο ίδιος ο
συγγραφέας έτυχε να γεννηθεί εννέα χρόνια αργότερα, πάλι στις 3 Αυγούστου, ο
Χωμενίδης το θεώρησε σημαδιακό και, επομένως, το κατάλληλο γεγονός για να αρχίσει
με αυτό την αφήγηση σε ένα βιβλίο το οποίο μπορεί να θεωρηθεί και ως η συνέχεια
της «Νίκης», μία συνέχεια, όμως, η οποία διαβάζεται και εντελώς ανεξάρτητα.
Ο
συγγραφέας δεν αγνοεί διόλου την ιστορία της οικογένειάς του πριν από αυτόν. Έτσι
μας προσφέρει στο βιβλίο του ένα πλήρες κολλάζ με τις σύντομες βιογραφίες
παππούδων, γιαγιάδων και θείων του, τόσο από τη μεριά των Χωμενίδηδων, όσο και των
Νεφελούδηδων, από την πλευρά της μητέρας του.
Μας
μεταφέρει, λοιπόν, στο χαρτί αυτούσια τη γνωριμία και την ερωτική ιστορία της Νίκης
και του Αλέξανδρου που αποφάσισαν να ενώσουν τις ζωές τους δίχως τη συγκατάθεση
των γονέων τους. Μας αποκαλύπτει σχεδόν τα πάντα: τα ερωτικά παραστρατήματα του
πατέρα του, τη μοναδική ικανότητα της μητέρας του να ενθαρρύνει τους άλλους,
τον έρωτα του ίδιου του συγγραφέα για την πρώτη του νταντά, την Ιωάννα, την
απρόσμενη επικράτηση της χούντας και τις αλλαγές που αυτή επέφερε στη ζωή της πρωτεύουσας,
τις τεχνολογικές εξελίξεις της εποχής, με το πολύ σινεμά, τη ροκ μουσική, την
εισβολή της τηλεόρασης στα σπίτια και άλλα πολλά, όλα φιλτραρισμένα μέσα από τα
μάτια της εποχής που Ψυχρού πολέμου.
Ο
Χωμενίδης, όπως μα αφηγείται στο «Δεκατρία» μεγάλωσε μόνος του, δίχως αδέλφια,
στο σπίτι της οδού Δροσοπούλου 4 στην Κυψέλη. Η μητέρα του δούλευε σε διάφορες
εταιρείες, ο πατέρας του έγινε γνωστός εργατολόγος. Και οι δύο του γονείς είχαν
αριστερές καταβολές, ωστόσο ούτε εκείνοι ούτε και ο ίδιος εντάχθηκαν ποτέ
επισήμως στο ΚΚΕ. Και μπορεί να μην πήγαιναν τον συγγραφέα στην εκκλησία, τον
μεγάλωσαν, όμως, με αγάπη, και, κυρίως, προσφέροντάς του άφθονα ερεθίσματα σε
ότι αφορά τον τομέα του πολιτισμού. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ο συγγραφέας να
ανακαλύψει σχετικά νωρίς την κλίση του στα γράμματα και να πάρει για δώρο το
1975, μια γραφομηχανή Adler.
Σε
κάθε, σχεδόν, σελίδα του βιβλίου του γίνεται ολοφάνερη η αγάπη που έτρεφε ο
συγγραφέας και για τους δύο του γονείς. Οπωσδήποτε τα πρώτα χρόνια της ζωής μας
είναι εκείνα που μας σημαδεύουν και μέσα από το «Δεκατρία» η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται.
Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα απολαυστικό ανάγνωσμα, ενίοτε νοσταλγικό και
συγκινητικό, αλλά και χιουμοριστικό, πολλές φορές, που θα μας γυρίσει πίσω στα
νεανικά μας χρόνια, σε μια Αθήνα εντελώς διαφορετική από τη σημερινή και στα
χρόνια μιας αθωότητας που έχει παρέλθει πλέον οριστικά και αμετάκλητα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.